Tο πανοραμικό πέταγμα της μύγας

7.


Tο πανοραμικό πέταγμα της μύγας


H διεύρυνση των πεδίων διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής την περίοδο του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης.


(Εισήγηση σε εκδήλωση της Ελληνικής “Αρχιτεκτονικής Εταιρείας” στην αίθουσα διαλέξεων του Τ.Ε.Ε. Δημοσιεύθηκε στο δελτίο του Τ.Ε.Ε. τ.2159, 16/07/2001)


Θα ήθελα να ευχαριστήσω την “Aρχιτεκτονική Eταιρεία” που με προσκάλεσε να μιλήσω σήμερα, και εσάς που είχατε τη διάθεση και το ενδιαφέρον να έρθετε να με ακούσετε.

Η αρχική πρόθεση των προσκαλούντων ήταν να ομιλήσω για το αρχιτεκτονικό μας έργο. Εν τούτοις, το έργο κάθε αρχιτέκτονα υπάρχει εκεί όπου έχει γίνει και ο οποίος θέτει μπορεί να το δεί. Αρκετά έχουμε μιλήσει και γράψει για το δικό μας. Eπιπλέον -ιδιαίτερα τελευταία- οι παρουσιάσεις έργου συχνά καταλήγουν να γίνονται και ολίγον θέαμα. Και το θέαμα είναι ακριβώς που κοντεύει να μας πνίξει επισκιάζοντας την ουσία.

Αντίθετα, ο προφορικός και γραπτός λόγος και τα νοήματα που περιέχουν χρειάζονται προσπάθεια, προσοχή, ενεργοποίηση της σκέψης, για να παρουσιασθούν και να κατανοηθούν από τρίτους.

Γιαυτό -αν και αρχιτέκτονας της πράξης- νοήματα και σκέψεις για την αρχιτεκτονική και τη διδασκαλία της, και όχι εικόνες, θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω. Αναλόγως και τα slides (όπως τελευταία συνέχεια μου συμβαίνει) θα είναι σκοπίμως ελάχιστα.

Νοήματα και σκέψεις, λοιπόν, που δεν δηλώνονται ως προσωπικά αξιώματα ή δόγματα πίστης, αλλά περισσότερο ως, από διαίσθηση παρατηρήσεις, αμφιβολίες, ανησυχίες (αλλά και κρυφές ελπίδες) ενός δασκάλου της αρχιτεκτονικής σε μια εποχή δύσκολη.

Πολλοί με ρώτησαν για το νόημα του τίτλου του θέματός μου. Δηλαδή ποια μπορεί να είναι η σχέση της διεύρυνσης των πεδίων της διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής με το πανοραμικό πέταγμα της μύγας;

Μπαίνω λοιπόν απευθείας στη συζήτησή μας από αυτό το σημείο για να ικανοποιήσω ταυτοχρόνως και τη δικαιολογημένη περιέργειά τους.

Επανειλημμένως έχω δει τελευταία, στον επαγγελματικό χώρο αλλά και στη Σχολή Aρχιτεκτόνων, ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο κινητικής πανοραμικής παρουσίασης του αρχιτεκτονικού χώρου μέσω του υπολογιστή. Ο τρόπος αυτός εκφράζει σημειολογικά στο υποσυνείδητό μου την “πλατιά” και “ολόπλευρη” θεώρηση της αρχιτεκτονικής, όπως την επιθυμούν και την αντιλαμβάνονται πολλοί σήμερα.

Πρόκειται για μια επιδεικτική πτήση γύρω, μέσα, ανάμεσα, πάνω και κάτω από το αρχιτεκτόνημα με σκοπό την πλήρη κατανόησή του. Μου έκανε εξ αρχής εντύπωση ότι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις η πτήση γινόταν με αστραπιαία ταχύτητα, χωρίς αυτό πραγματικά να χρειάζεται. Επίσης, ότι δεν ήταν μια κίνηση ή θεώρηση ανθρώπινη. Περισσότερο έφερνε στο νου το σπασμωδικό ζιγκ-ζαγκ του πετάγματος και την πολυεδρικότητα του βλέμματος μιας μύγας. Υποθέτω ότι για τη μύγα το πέταγμα και το βλέμμα της έχουν τεράστια σημασία και ικανοποιούν μια αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα. Φοβάμαι όμως ότι για κάθε φυσιολογικό άνθρωπο που πραγματικά θέλει να εμβαθύνει στα μυστικά του χώρου δεν αποτελούν λύση. Αντίθετα προκαλούν ζάλη, σύγχυση αλλά και κάποια ανησυχία για το τί αρχιτεκτονική μπορεί ενδεχομένως θα γεννήσει όποιος αρχιτέκτονας θέλει να την βλέπει ή να κινείται με τη φαντασία του μέσα σ’αυτήν με τόσο αστόχαστο και νευρωτικό τρόπο.

Συνέκρινα μέσα μου από εκπαιδευτική άποψη αυτή τη νέα ηλεκτρονική μέθοδο με τη γνωστή “χειρωνακτική” και φαινομενικά απλούστερη, αργότερη (και συνδυασμένη με την ταυτόχρονη παρατήρηση της κάτοψης και της τομής) θεώρηση του αρχιτεκτονικού μοντέλου μέσω της σταδιακής περιστροφής και του ανεβοκατεβάσματός του ανάλογα με το επιθυμητό επίπεδο θεώρησής του. Κατέληξα στο συμπέρασμα, αλλά και την ελπίδα ότι το “πέταγμα της μύγας” δεν θα υποκαταστήσει ποτέ επάξια – καλώς εχόντων των πραγμάτων – το πέταγμα της ψυχής, του νου και της φαντασίας. Γιατί αυτό είναι – και ελπίζω να εξακολουθήσει να είναι – η κύρια προϋπόθεση για την πραγματικά ανοιχτή και ελεύθερη θεώρηση της ουσίας της αρχιτεκτονικής, αλλά και όποιας άλλης υψηλής δημιουργίας.

Σκέφτηκα, βέβαια, ότι το φτερούγισμα αυτού του υπερβατικού κέντρου της ύπαρξής μας δεν είναι εύκολο ή αυτονόητο πράγμα. Είναι ικανότητα που κατακτάται σιγά-σιγά. Προϋποθέτει επώδυνη άσκηση προσωπικής βούλησης που ενεργοποιεί στο έπακρο όλες τις φυσικές δημιουργικές δυνάμεις και τα αισθητήρια του αρχιτέκτονα.

Όμως, με τέτοιου είδους νοητικές πτήσεις βαθύτατα “εσωτερικών διαδρομών” μπόρεσε αυτός να δει εκ των προτέρων και να συλλάβει στο μυαλό του τη δομή και τον χαρακτήρα του εσωτερικού χώρου της Aγίας Σοφίας ή ενός γοτθικού ναού, σε εποχές που τα εργαλεία αναπαράστασης ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Και ήταν ακριβώς η τεράστια δυσκολία, η αγωνία, η προσπάθεια, η πίστη, που έκανε δυνατό στο παρελθόν αυτό το διεισδυτικό υπερβατικό βλέμμα προς απείρως συνθετότερες διατάξεις χώρου απ’ ό,τι σήμερα, παρ’ όλες τις τεχνολογικές μας διευκολύνσεις.

Τέτοιου είδους όμως μοναχικά και κοπιώδη δρομολόγια δεν φαίνεται να θέλγουν τους σύγχρονους θεατές (και “εραστές”) της αρχιτεκτονικής, ακόμα και εάν αυτοί είναι αρχιτέκτονες, δάσκαλοι ή σπουδαστές και σπουδάστριες της αρχιτεκτονικής.

Μετά το “πέταγμα της μύγας” μοιάζουν όλοι με ενθουσιασμένους ταξιδιώτες του διαστήματος που είδαν “εν ριπή οφθαλμού”, καθισμένοι αναπαυτικά στις πολυθρόνες τους, τον κόσμο όλο να τους προσφέρεται “στο πιάτο”!

Ιδού λοιπόν πώς γεννήθηκε ο -σκόπιμα- ολίγον προκλητικός τίτλος της ομιλίας μου.

Θα μπορούσα κατόπιν αυτού να σταματήσω εδώ, γιατί πιστεύω ότι κατά κάποιο τρόπο έχω συμβολικά διατυπώσει ήδη το κεντρικό νόημα όσων έχω να πω. Θα επιχειρήσω όμως να γίνω πιο συγκεκριμένος.

Διαπιστώνω ότι ζούμε σε μια “αισιόδοξη” εποχή που αυτοτιτλοφορείται επισήμως ως εποχή της “Παγκοσμιοποίησης” και του “Eκσυγχρονισμού”.

Η διεύρυνση και το ξεπέρασμα των ορίων είναι λοιπόν συμβολικά και πρακτικά το τόσο στη ζωή όσο και στην αρχιτεκτονική, που και αυτή μετατρέπεται σιγά-σιγά σε ένα είδος “extreme sport”. Σαν εκείνα τα ανατριχιαστικά πετάγματα με skate-board στις πλαγιές του Έβερεστ ή στα φαράγγια του Grand Canyon, που μας δείχνει η τηλεόραση.

Βεβαίως, ως ατομικό και συλλογικό κοινωνικό αίτημα αυτή η επιθυμία για γνωσιακή υπέρβαση έχει μια σημαντική και ειλικρινή βάση εκκίνησης, αλλά είναι και ένδειξη δημοκρατικής αντίληψης. Όλοι θέλουν, και έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν περισσότερα. Άλλωστε, πάντα ο άνθρωπος αγωνιζόταν γι’ αυτό μέσα στην αλυσιτελή πορεία της ιστορίας του.

Τί όμως θα πει και τί προϋποθέτει πραγματικά, η δήλωση “θέλω να γνωρίζω περισσότερα”; Σε ποια κατεύθυνση βρίσκεται αυτός ο άγνωστος κόσμος που θέλουμε να γνωρίσουμε; Eίναι μέσα μας ή έξω από μας; Ποιος είναι ο στόχος – υψηλός και άξιος λόγου ή ευτελής – αυτής της γνώσης και πώς θα κατακτηθεί; Mε απλούς χειρισμούς πλήκτρων ή με αγωνία ψυχής και προσπάθεια μέχρι θανάτου;

Είναι μάλιστα πολύ χρήσιμο όλα αυτά να κριθούν ως προς τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία που βιώνουμε σήμερα. Γιατί είναι βέβαιο ότι άλλο νόημα έδινε, για παράδειγμα, η αρχαία φιλοσοφία σε έννοιες όπως “ιδέα”, “γνώση”, “οικουμενικότητα” και άλλη οι διατεταγμένοι ρήτορες του σημερινού ωφελιμιστικού παγκόσμιου εκσυγχρονισμού.

Αναφέρω λοιπόν σχηματικά μια σειρά από ορθά δημοκρατικά αιτήματα που όλα στοχεύουν στη διεύρυνση των θεσμών, αλλά και της σκέψης, της γνώσης, της θεώρησης του κόσμου, της αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας της, και τα οποία είναι σήμερα στο στόμα όλων:

  • Διεύρυνση της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Άνοιγμα των Σχολών. Παροχή γνώσης σε όλους και συχνά εκ του μακρόθεν, μέσω της οθόνης του υπολογιστή.
  • Κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των διδασκομένων.
  • Ανάλογη αύξηση του αριθμού των διδασκόντων.
  • Απίστευτη αύξηση του αριθμού, και διεύρυνση του αντικειμένου, των μαθημάτων και συνακόλουθα δημιουργία πολλών και ποικίλων ειδικοτήτων.
  • Αύξηση και πολλαπλασιασμός των αρχιτεκτονικών τάσεων και κινημάτων.
  • Διεύρυνση των δυνατοτήτων που παρέχουν τα εργαλεία και οι μέθοδοι αναπαράστασης του χώρου, πάλι μέσω της αξιοποίησης του υπολογιστή.

Κάπως έτσι φαίνεται να διαγράφεται σχηματικά το γενικό πλαίσιο των αυξημένων απαιτήσεων και προϋποθέσεων που θέτει η σύγχρονη κοινωνία και η πολιτεία στο Πανεπιστήμιο για τη διευρυμένη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής και την ικανοποίηση των υψηλών (κοινωνικών; πολιτισμικών; ωφελιμιστικών;) στόχων και προοπτικών του νέου αιώνα.

Είναι γνωστό ότι για να καλυφθεί ένα τέτοιο εύρος αιτημάτων, η πολιτεία (ως μέλος του διεθνούς Forum στο οποίο πια ανήκουμε) το χρηματοδοτεί το Πανεπιστήμιο σήμερα πολύ περισσότερο απ’ όσο παλιότερα. Επίσης έχουν θεσμοθετηθεί τρόποι λειτουργίας και διοίκησής του που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες πολυσύνθετες ανάγκες της καθημερινότητάς του, και οι οποίες πολλές φορές προσομοιάζουν πια με εκείνες μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Όλα αυτά συμβαίνουν σε τέτοιο βαθμό και συχνότητα, ώστε να μετασχηματίζεται σταδιακά η πανεπιστημιακή κοινότητα σε αυτόνομη προνομιούχο νησίδα ζωής και δράσης με δικό της ρυθμό, με δική της δυναμική και νομοτέλεια, σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία.

Κρίνοντας από τη μεγάλη ζήτηση που υπάρχει, η είσοδος σήμερα ενός νέου επιστήμονα σ’αυτήν αποτελεί όλο και λιγότερο κοινωνική προσφορά που διατίθεται από αυτόν με αυταπάρνηση. Αντίθετα, όλο και περισσότερο παρουσιάζεται ως ελκυστικότατη λύση σε ανάγκες βιοποριστικής και κοινωνικής ανέλιξής του. Και τούτο αναφέρεται ως ψυχρή αντικειμενική διαπίστωση και όχι διότι πιστεύω ότι ο δάσκαλος οφείλει να είναι εξ επαγγέλματος “ήρωας” ή “ερημίτης”.

Σημασία έχει ότι σε εποχή κοινωνικής και εργασιακής ανασφάλειας μεγάλης μερίδας του κοινωνικού συνόλου, το Πανεπιστήμιο αποτελεί χώρο προστατευόμενο, ασφαλή και αυτοτροφοδοτούμενο, και βεβαίως για τους ίδιους λόγους, πολύ δυσπρόσιτο στους (ευλόγως) πολυάριθμους ενδιαφερόμενους να εισέλθουν σ’αυτό.

Και είναι ακριβώς αυτές οι – για πολλούς – απαραίτητες “δοτές” ειδικές συνθήκες λειτουργίας του, και ο κλειστός του χαρακτήρας σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, που κινδυνεύουν να το αποκόψουν ολοκληρωτικά από αυτή, καθώς εκείνη το αισθάνεται πια σαν “άλλο” κόσμο, προνομιούχο, απόμακρο και εν τέλει, ξένο. Όπως εξίσου απόμακρα και ξένα θεωρεί και τα ιδεολογικά, επιστημονικά ή καλλιτεχνικά θέματα που το απασχολούν.

Τί όμως έχει αρχίσει και συμβαίνει πραγματικά στο προστατευμένο και αεροστεγές σύστημα αυτού του μακρινού εκπαιδευτικού γαλαξία με τις ταχύτατα διευρυνόμενες διαστάσεις και προοπτικές;

Στο γνωστό απλοϊκό – και κάπως αποπροσανατολιστικό – ερώτημα εάν το πανεπιστήμιο είναι σήμερα καλύτερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, δεν θα μπορούσα φυσικά να απαντήσω, μη έχοντας τον τρόπο να επιλύσω με ακρίβεια και αντικειμενικότητα ένα σύνθετο σύστημα εξισώσεων πολλών αγνώστων και ακόμη περισσότερων μεταβλητών.

Το βέβαιο είναι ότι και σήμερα, όπως και κατά το παρελθόν, υπάρχει ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό πολύ θετικής απόδοσης δασκάλων και διδασκομένων. Είναι όμως το ποσοστό που αναλογεί στις πραγματικές και όχι εικονικές (όπως φαίνεται να τις προδιαγράφει η Πολιτεία) ποιοτικές και λειτουργικές δυνατότητες του Πανεπιστημίου. Οι ιδέες, η γνώση, η σκέψη, η φαντασία, η ευαισθησία, έχουν τον δικό τους τρόπο, τον ρυθμό, την αγωνία και τον χρόνο ωρίμανσής τους. Δεν βιάζονται ούτε βι-άζονται. Δεν υπόκεινται σε ταχύρρυθμες εκ των έξω επιβεβλημένες και αυτοματοποιημένες διαδικασίες και στρατηγικές εκσυγχρονισμού. Έρχεται η ώρα τους για να αποδώσουν φυσιολογικά τους καρπούς τους, τόσους σε αριθμό και ποιότητα όσους πραγματικά μπορεί να γεννήσει το συγκεκριμένο δέντρο μέσα στο συγκεκριμένο χωράφι.

Τελευταία όμως έχω την εντύπωση ότι συμβαίνει στον διεθνή πανεπιστημιακό χώρο, (αλλά και σε εκείνο του τόπου μας) ό,τι συμβαίνει και με τα φρούτα στις βιτρίνες των οπωροπωλείων που, όχι τυχαία, ονομάζονται πια “μπουτίκ φρούτων”. Ο συνεχής βομβαρδισμός τους με ορμόνες τα έχει κάνει όλα ίδια: τεράστια (νάσου πάλι η διεύρυνση!), πανέμορφα, αλλά απελπιστικά άγευστα και -κυρίως- τζούφια. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν πουλάνε ή δεν καταναλώνονται!

Αναλόγως οι συνεχείς διευρύνσεις και τα αφειδώς παρεχόμενα μέσα για την αρχιτεκτονική εκπαίδευση αισθάνομαι ότι έχουν συμβάλει στο να χαθεί η γευστικότητα της μάθησης? η ουσία, το κέντρο ύπαρξης, το Kοινό και Kύριο, της αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας της.

Βλέπω με μεγάλη ανησυχία τον φαύλο κύκλο της ανεξέλεγκτης διόγκωσης ενός ιστού, που ενώ αρχικά περιέβαλλε προστατευτικά τον κεντρικό πυρήνα της αρχιτεκτονικής, τώρα έχει σταδιακά αποκτήσει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, ως αυτοανανεούμενο τεχνητό μόρφωμα που πλέκεται ασφυκτικά γύρω της και την εξαφανίζει. Είναι το τεράστιο πλήθος των διδασκόντων και διδασκομένων? τα άπειρα, και σε πολλές περιπτώσεις, αμφίβολης χρησιμότητας μαθήματα? τα πολλά και ποικίλα αρχιτεκτονικά “κινήματα” (εικονικές “τρικυμίες μέσα σε ποτήρι”, σε μια περίοδο γενικής ιδεολογικής αποχαύνωσης και κενότητας των δυτικών κοινωνιών)? ο αυτοεγκλωβισμός των διδασκόντων ανάμεσα σε αναρίθμητες ασχολίες (διδακτικές, ερευνητικές, μεταπτυχιακές, διοικητικές)? οι πολλές “διευκολύνσεις” των νέων μέσων αναπαράστασης και σχεδιασμού.

Όλα μαζί συνθέτουν την εικόνα αυτού του κάπως απειλητικού αναρριχόμενου φυτού, που ξάφνου δεν χρειάζεται καν τον τοίχο πάνω στον οποίο αρχικά γαντζώθηκε για να σταθεί.

Ιδιαίτερα ο τελευταίος παράγοντας, των διευκολυντικών ηλεκτρονικών μέσων που σιγά-σιγά απονευρώνουν ή και νεκρώνουν φυσικά εκφραστικά και αισθητήρια κέντρα του σπουδαστή, ενώ του προσφέρουν μια απατηλή αίσθηση “παντοδυναμίας”, μας φέρνει ξανά στο αρχικό ζήτημα του “πετάγματος της μύγας”. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το σκληρό ισοτονικό ηλεκτρονικό σχέδιο. Το συγκρίνω με τις θαμπές “μουτζούρες” και τα ασαφή περιγράμματα των παραδοσιακών χειροποίητων αρχικών σκαριφημάτων των εισαγωγικών φάσεων της σύνθεσης. Μου φαίνεται ότι η σταδιακή εξαφάνιση των δεύτερων από τη συνθετική διαδικασία και η κυριαρχία των πρώτων σημαδεύει μια κεφαλαιώδη μετάλλαξη της ουσίας της αρχιτεκτονικής. Σημαίνει την αδυναμία έκφρασης της “αμφιβολίας”, ως απολύτως απαραίτητου παράγοντα κάθε έρευνας και την κυριαρχία της εξαρχής βεβαιότητας και απόλυτης μετρικής ακρίβειας που χαρακτηρίζει τον πραγματικό τεχνοκράτη και τη “Nέα Aρχιτεκτονική” του, διαλύει τη μαγεία του “ψαξίματος” της σύνθεσης, και σκοτώνει εκ προοιμίου την υπερβατική διάσταση της γνήσιας δημιουργίας.

Εννοείται ότι οι παραπάνω σκέψεις δεν δηλώνουν άρνηση της πρακτικής αξίας των νέων εργαλείων. Δηλώνουν απλώς την αντίθεση στην αναγωγή τους (και μάλιστα εξαναγκαστικά) σε αυτοσκοπό, σε “Nέα Iδεολογία των καιρών” ή και σε εργαλείο άσκησης εξουσίας.

Και όπως κάθε αφύσικο οργανικό μόρφωμα γεννά νέες και εξίσου αφύσικες παραλλαγές του εαυτού του, έτσι φοβούμαι ότι έχει αρχίσει και συμβαίνει και τώρα στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπως έχει προ πολλού συμβεί και στον διεθνή χώρο της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Πρώτο μεταλλαγμένο είδος είναι η ίδια η αρχιτεκτονική που διδάσκεται. Για τους μύστες της δεν είναι αρκετή εκείνη η παλιά και “κοινότυπη” που χτίζεται πάνω στη γη? που χτυπιέται από τη βροχή, τον αέρα και τον ήλιο? που είναι φτιαγμένη από ύλη που πρέπει να τιθασευτεί υπακούοντας σε δομικούς κανόνες? ακόμη και στο νόμο της βαρύτητας που βιώνεται από τον άνθρωπο και καλύπτει τις ανάγκες του? που στοιχειώνει με τον χρόνο και με το τρομερό πέρασμα της ζωής και του θανάτου το οποίο συντελείται εντός της. Όλα τούτα δεν φτάνουν.

Αναζητείται, λοιπόν, μια “άλλη”, αεράτη αρχιτεκτονική, και αναλόγως, μια “άλλη”, αεράτη αρχιτεκτονική διδασκαλία. Είναι αρχιτεκτονική της φαντασίωσης? γεννημένη από ευρηματικά παιχνίδια λέξεων, ως θεωρητική κατασκευή επάλληλων προσωπικών ιδεολογημάτων και απόκρυφων συμβολισμών. Θεωρεί ως ενοχλητικό εμπόδιο την υλική της υπόσταση και δικαιώνεται όχι από την ίδια τη ζωή, αλλά από γριφώδεις θεωρητικές δηλώσεις και περίτεχνες εικονικές αναπαραστάσεις στις οθόνες των υπολογιστών.

Και βεβαίως αυτή η “άλλη” αρχιτεκτονική θέλει κατ’αντιστοιχία “άλλους” δασκάλους και “άλλους” μαθητές και -κυρίως- άλλους χρήστες, που – όπως το γνωστό πρόβατο – είναι τα νέα μεταλλαγμένα τυπολογικά είδη της νέας τάξης πραγμάτων στο πανεπιστήμιο και στην πραγματική ζωή έξω από αυτό.

Έτσι, ο δάσκαλος φτιάχνει κατ’εικόνα και ομοίωση τον μαθητή του, όχι τόσο για να κάνει ο δεύτερος αρχιτεκτονική, όσο για να γίνει και αυτός γρήγορα δάσκαλος στη θέση του δασκάλου του, διαιωνίζοντας νομοτελειακά το νέο είδος.

Είναι λυπηρό, αλλά σήμερα η δημιουργία από ένα νέο αρχιτέκτονα ενός καλού αρχιτεκτονήματος, η άντληση από αυτό πίστης, εμπειρίας και γνώσης για την αρχιτεκτονική, ώστε στη συνέχεια να τη διδάξει στους μαθητές του, θεωρείται από πολλούς ενέργεια ήσσονος σημασίας (αλλά και άχρηστου βασάνου) σε σύγκριση με προδιαγεγραμμένους νέους δρόμους πολύ πιο προσοδοφόρους, που οδηγούν συντομότερα και ασφαλέστερα στη μελλοντική καθηγεσία, ή γενικότερα στην οικοδόμηση ενός προφίλ “διασημότητας”. Πρόκειται για μια επιμελώς προγραμματισμένη προετοιμασία που περισσότερο συνίσταται στη συλλογή πιστοποιητικών και βεβαιώσεων συμμετοχής στις διεθνείς δραστηριότητες, στις μεταπτυχιακές σπουδές της “εικονικής αρχιτεκτονικής” που έχει αντικαταστήσει την αρχιτεκτονική, και στην απόλυτη εξοικείωση με τους κρυπτογραφικούς κώδικες της λεξιλαγνείας των θεωριών της.

Αντιμέτωπος εν τέλει με το σκληρό δίλημμα “μέσα ή έξω από το σύστημα;” (το οποίο δεν είναι εικονικό, αλλά πολύ πραγματικό) αντιλαμβάνεται κάθε νέος υποψήφιος δάσκαλος στο πετσί του, ήδη από την περίοδο των σπουδών του, ότι το ζήτημα που διακυβεύεται από την τήρηση ή μη τήρηση των κανόνων του νέου παιχνιδιού είναι το ίδιο όπως ήταν πάντα: Πρόκειται φυσικά για το παιχνίδι της εξουσίας στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο και πιο ειδικά στο Πανεπιστήμιο? της παλαιάς που φεύγει και της νέας που έρχεται και προσπαθεί να βρει οπαδούς, πρόσωπο, ιδεολογία και εργαλεία έκφρασης και άσκησης του ρόλου της.

Όσο για την ουσία της αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας της, αυτή όπως πάντα, έτσι και τώρα, πολύ λίγο μετρά ως αξία σ’όλο αυτό το πανηγύρι.

Παρακολουθώντας στα μαθήματα τις ατελείωτες συζητήσεις, τους αποκρυφιστικούς χρησμούς και τις δοξολογίες για την εικονική αρχιτεκτονική των ανά τον κόσμο διάσημων ιδιωτικών αρχιτεκτονικών σχολών που κυρίως λειτουργούν πια για μας ως παραδείγματα, φαντάζομαι συχνά ότι μετέχω σ’ένα γνωστό παιδικό παραμύθι, που στην προκειμένη περίπτωση μένει χωρίς τέλος… Πρόκειται για εκείνο όπου ο βασιλιάς ντύνεται τελετουργικά μπροστά στους υπηκόους του με την καινούργια στολή του, που όμως στην πραγματικότητα είναι τελείως ανύπαρκτη. Το έργο του “ντυσίματος” έχουν αναλάβει οι υπάκουοι αυλοκόλακες και οι μόδιστροι της αυλής. Όλοι εκφράζουν, σαν υπνωτισμένοι, τον θαυμασμό τους για το φανταχτερό ρούχο που “βλέπουν” μπροστά τους, παρ’όλο που αυτό απουσιάζει ολοκληρωτικά. Εν όσω εκτελούνται ακόμα στον αέρα όλες οι κινήσεις της τραγικής παντομίμας και αναμένεται εναγωνίως το -γνωστό- κλείσιμο του δράματος, με την παιδική φωνή να ανακράζει: “O βασιλιάς είναι γυμνός”, το παραμύθι διακόπτεται. Η τρομερή ρήση του ανυποψίαστου (και γι’αυτό ελεύθερα σκεπτόμενου) μπόμπιρα που θα “σκίσει το παραπέτασμα του Nαού εις δύο από άνωθεν έως και κάτω”, δεν έχει ακουστεί ακόμα. Το “πέταγμα της μύγας” συνεχίζεται.

Σ’έναν ανυποψίαστο μπόμπιρα λοιπόν – όπως έχω ξαναπεί – ίσως προσβλέπουμε για την ανατροπή της κατεστημένης τάξης. Γιατί έχω δει και ξαναδεί στο
σχεδιαστήριο ότι η έμφυτη δημιουργική ροπή, η έμφυτη γνώση και εμπειρία της αρχιτεκτονικής δεν πεθαίνουν. Εξακολουθούν – όπως πάντα – να αναβλύζουν από το εσώτατο κέντρο κάθε νέου ανθρώπου, πριν ακόμα παραμορφωθούν από ό,τι κάθε φορά ονομάζεται “πραγματικότητα”. Από το βάθος της ψυχής και του ορμέμφυτου αντιστέκονται σθεναρά στους ευπρεπείς κανόνες της τρέχουσας κουλτούρας που επικρατούν στην επιφάνεια, στον κόσμο των εμπείρων και ενημερωμένων.

Υπάρχουν λοιπόν ακόμα αποθέματα αντίστασης. Σ’αυτή την αντίσταση πιστεύω και ελπίζω και εγώ.

Γι’αυτό, μη μου πείτε ότι με τις σκέψεις μου απογοητεύω τους νέους αρχιτέκτονες? ότι αποδυναμώνω τη βούλησή τους να κάνουν αρχιτεκτονική, ή μειώνω τη σημασία της διδασκαλίας της ή ότι είμαι λάτρης του παρελθόντος. Αντίθετα λέω ότι ακόμα και μια καλή νέα ιδέα, ή μια ελάχιστη καλή νέα εφαρμογή να γίνει, έχει τεράστια αξία. Γιατί μπορεί αυτή να είναι η “μοναχική κραυγή του μπόμπιρα”. Μπορεί αυτή να δώσει ζωή στο πολωμένο πεδίο? να προκαλέσει διαφορά δυναμικού, κίνηση ηλεκτρικού ρεύματος.

Τούτη η κινητικότητα, ως βασική ένδειξη της “διαφοράς δυναμικού” (δηλαδή η ένταση της, και όχι τα πολλά Volts) είναι που προκαλεί την υπερθέρμανση και – ίσως – τον σπινθήρα που μπορεί να κάψει τις ασφάλειες του καλοστημένου δικτύου.

T.M.