Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    Le Corbusier : Ο «Μεγάλος Μάγος»

    41.


    Le Corbusier : Ο «Μεγάλος Μάγος»

    Αμφίσημες εκλάμψεις, φωτεινές και σκοτεινές, σωτήριες ή καταστροφικές για πιστούς και άπιστους επιγόνους


    Τo κείμενο παρουσιάστηκε από τον Τάσο Μπίρη σε συζήτηση «στρογγυλής τράπεζας» στο πλαίσιο του συνεδρίου «El/ Le Corbusier : Γενεαλογίες», στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π.

    Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 29-10-2015, στην «Αίθουσα Καυτατζόγλου» του κτιρίου Αβέρωφ.
    Συντονιστής : Καθηγητής Παναγιώτης Τουρνικιώτης.

    Συμμετέχοντες (με σειρά παρουσίασης): Δημήτρης Φατούρος, Σάββας Κονταράτος, Δημήτρης Αντωνακάκης, Δημήτρης Φιλιππίδης, Τάσος Μπίρης.



    PowerPoint Presentation

    Σχέδιο του Manet για το ποίημα του Edgar Allan Poe «The Raven» (το κοράκι).




    Ι. Η αμφισημία (και αντιφατικότητα) των ανθρώπινων δημιουργικών σκέψεων και πράξεων. Μια αντανάκλαση της αμφισημίας (και αντιφατικότητας) της ίδιας της ζωής

    Συνήθως, προσπαθώ να αναφέρομαι με οικονομία, με προσοχή, και για κάποιο σοβαρό λόγο, σε πρόσωπα που έχουν σημαδέψει βαθιά την αρχιτεκτονική (και όχι μόνο) πορεία μου. Ακόμη περισσότερο, όταν έχουν σημαδέψει και την πορεία μεγάλων συλλογικοτήτων, τόσο στον εντόπιο, όσο και στο διεθνή χώρο.
    (Με την ευκαιρία, θυμάμαι ότι η –αμέσως προηγούμενη από την τωρινή- συμμετοχή μου σε εκδήλωση για τον Le Corbusier – και πάλι με υπεύθυνο τον Παναγιώτη Τουρνικίωτη- είχε γίνει το 1987!)

    Κάπως έτσι λοιπόν, δηλαδή με οικονομία και προσοχή, ώστε να μην συμβάλλω στην μετά θάνατον στρέβλωση της αξίας του από την τρέχουσα μαζική προσωπολατρία και προσωποφαγία (που πάντα καραδοκεί) θα επιχειρήσω να μιλήσω και σήμερα, 50 χρόνια μετά τον θάνατο του για τον Corbu, το «κοράκι» – όπως ο ίδιος μετονόμασε τον εαυτό του.

    Σημειώνω, ότι στο κείμενο μου, το κοράκι θα είναι, πότε το κεντρικό πρόσωπο, και πότε μια πλανόμενη σκιά ανάμεσα από τις γραμμές. Ένα αεικίνητο σημάδι ευρείας αναφοράς, όχι μόνο σε σχέση με τα προσωπικά του πεπραγμένα, αλλά και σε σχέση με το γενικό φαινόμενο της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Αυτής της φυσικής ροπής και ικανότητας προς το σκέπτεσθαι και πράττειν, η οποία καταγράφει μέσα στον χρόνο το αναπότρεπτο «δράμα», αλλά και το «θαύμα» της ανθρώπινης αντιφατικότητας, σε όλο το φάσμα των σκιερών και φωτεινών εκφάνσεων της.

    Θα έχετε παρατηρήσει ότι αυτή την μαυρόασπρη συζυγία, που είναι γνώρισμα της ίδιας της ζωής και επομένως –δια του έργου μας- μας αγγίζει όλους, την πιστώνουμε ή την χρεώνουμε -σχεδόν αποκλειστικά- στις εμβληματικές προσωπικότητες που σημαδεύουν την ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. Πρέπει όμως κάποια στιγμή να μπει στην άκρη αυτή η νεύρωση, πότε της απόλυτης εξιδανίκευσης και πότε της απόλυτης απαξίωσης των «ειδώλων», ώστε να δούμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα.

    Τότε ίσως θυμηθούμε ότι η φυσική ανθρώπινη τάση για δημιουργία, όπως γεννά το σωστό, έτσι γεννά και το λάθος. Επομένως, μέσα από τα «σωστά», τα «λάθη», τις αντιφάσεις και τις «αμφισημίες» μας, γεννιέται η γνώση που αλλάζει (δηλαδή κινεί) τον κόσμο.

    Γι’ αυτό, κάτι χρωστούμε σ’ αυτούς που είναι οι πρώτοι που τόλμησαν να σκεφτούν και να δοκιμάσουν στην πράξη το «νέο». Που είναι οι πρώτοι διδάξαντες, και έτσι μας υπενθυμίζουν αυτό που ενίοτε θέλουμε να ξεχνάμε: Ότι, ως δημιουργικές οντότητες, δεν είμαστε «εκ παρθενογενέσεως αυτοδίδακτοι». Ότι κάποιοι μας έχουν δείξει τον δρόμο, ακόμη και με τα λάθη ή την αντιφατικότητά τους.

    Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας, το «κοράκι».

    Σε ένα παλιότερο βιβλίο –συζήτηση, που γράψαμε μαζί με τον Τάκη Κουμπή (Το «Εν πτήσει») είχα την ιδέα να αποκαλέσω τον Le Corbusier «Μεγάλο Μάγο».

    Το ότι, ειδικά ο Corbu ήταν μεγάλος δάσκαλος, αλλά και «μεγάλος μάγος» (ότι δηλαδή διέθετε και αυτή τη δεύτερη ιδιότητα, που γενικώς δεν συνυπάρχει αναγκαστικά με την πρώτη) εγώ τουλάχιστον το κατάλαβα μετά την αποφοίτηση μου.
    Μέχρι τότε, απλώς «λοξοκοίταζα» το έργο του, αλλά με μια ανεξήγητη ταραχή. Σήμερα θεωρώ σωτήριο (μιας και δεν ήταν συνειδητή πράξη) αυτό το εξ’ αποστάσεως «λοξοκοίταγμα», όπως επίσης και την αποστασιοποίηση μου από την «διακεκαυμένη ζώνη» απόλυτου θαυμασμού που περιέβαλλε τότε το έργο του, κυρίως από την πλευρά των «ψαγμένων» φοιτητών και φοιτητριών.

    Μάλλον πρέπει η αντίδραση μου αυτή να οφειλόταν στην αρχική μου αναποφασιστικότητα απέναντι στην αρχιτεκτονική εν γένει(!!) καθώς ο νους μου ήταν στραμμένος κυρίως προς άλλες πολύ πιο κοντινές και επιτακτικές νεανικές «αγάπες».
    Ίσως λοιπόν αυτές να με προστάτευσαν από το να δεχθώ κατά μέτωπο την αρχική επίδραση του Μάγου. Ενώ αντιθέτως, εκείνη του Mies (περισσότερο διδακτική παρά μαγική) εξασφάλιζε από μόνη της αυτή την αναγκαία απόσταση.

    Έτσι μπόρεσα (νομίζω) να μην «καώ σαν δαδί» από την απίστευτη δύναμη της αρχιτεκτονικής του «κορακιού», αναβάλλοντας την άμεση συνάντηση μαζί του για αργότερα. Τότε που είχα πια και εγώ ένα στοιχειώδες προσωπικό αρχιτεκτονικό κεφάλαιο. Δηλαδή, ίσχυσε και για μένα –αλλά αρκετά μεταλλαγμένη- η γνωστή αποστολική ρήση : «Η άπιστη πίστη σου (και όχι η σκέτη πίστη) σέσωκε σε….»

    Όμως, στην -πρώτη μετά την φοίτηση- περίοδο (όταν άρχισα να έχω μια, έστω και ασαφή, προαίσθηση της κατοπινής συνειδητής μου πορείας στον δρόμο του ελληνικού «Ύστερου Κορμπουζιανού Μοντερνισμού») συνέβη το εξής περίεργο: Το σύνολο σχεδόν των συμφοιτητών και συμφοιτητριών (που έρχονταν στη Σχολή φέρνοντας μαζί τους ως κειμήλια «πίστης» όλη τη σειρά των γνωστών μικρών βιβλίων του έργου του Corbu) ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Έγιναν δηλαδή αρνητικοί κριτές του. Κάτι που ίσως δείχνει από άλλη σκοπιά τι μπορεί να συμβεί μερικές φορές με τις περιπαθείς νεανικές αγάπες…

    Σε αυτή την περίοδο του 60 (που έφευγε) έως τα τέλη του 70 (που ήταν και περίοδος της στοιχειώδους ωρίμανσης μου) άρχισα επίσης να καταλαβαίνω ότι, όπως οι περισσότεροι Μάγοι, έτσι και ο Corbu δεν πρόσφερε χωρίς τίμημα και μέσα στην «καλή χαρά», το τεράστιο δυναμικό της αρχιτεκτονικής του για πάσα χρήση και κατάχρηση.
    Αντιθέτως, ήταν σαν να σε υπέβαλλε πρώτα σε μια δοκιμασία. Έμοιαζε μάλιστα με ένα προσωπικό του κρυφό παιχνίδι στάθμισης της δικής σου αντοχής, αντίστασης και κριτικής ικανότητας απέναντι του.

    Για παράδειγμα, παρατήρησα πώς και πόσο άμεσα (λες και αυτός ήταν ο σκοπός του) άφηνε να ξεσπάσει πάνω σου μονομιάς όλη η σαγήνη της εξαιρετικής εικαστικής του ικανότητας, όχι μόνο στην αρχιτεκτονική, αλλά και σε όλα τα πεδία της καθαρής Τέχνης. Και έτσι σε οδηγούσε (χωρίς να το πολυκαταλάβεις) να εμπλακείς στον γρίφο του προσωπικού του δρόμου και τρόπου.

    Σταδιακά όμως συνειδητοποίησα ότι πίσω από αυτή την «ομοβροντία» αισθητικής μαγείας που ασκούσε πρωτίστως η εικόνα, ο μάγος έκρυβε το μεγάλο μυστικό του. Έτσι για να σε παιδέψει πριν σε σώσει (δηλαδή πριν σε εκπαιδεύσει). Άσε που, ως προοίμια αυτής της δεύτερης φάσης είχε ήδη αφήσει προειδοποιητικά συνθηματικά σημάδια και σύμβολα στα κείμενα, στα σκίτσα, ακόμη και πάνω στα κτήρια του. (πχ. μια περίεργη οφιοειδή καμπύλη, αινιγματικά ιδεογράμματα, και ανερμήνευτες λέξεις, ακόμη και το καπέλο του ή και την υπογραφή του). Λες και σε προκαλούσε να τα βρεις ένα -ένα και να τα αποκρυπτογραφήσεις, ώστε –εάν ήθελες και μπορούσες- να μπεις σε μια μυστηριώδη διαδικασία ψαξίματος. Έτσι είναι οι Μάγοι.

    Και το μυστικό του (που εξαρχής σου έκρυβε) ήταν ότι, πριν και παράλληλα με όλα αυτά τα μυστηριώδη, η σκέψη και η πρακτική του ήταν κυρίως δομικές, στηριγμένες στην μεθοδολογία ενός μαθηματικού ή ενός γεωμέτρη. Ότι χρησιμοποιούσε συνεχώς συνθετικούς μηχανισμούς και συνθετικά εργαλεία, που με τον ορθολογισμό του, ως αρχιτέκτων-μηχανικός, (μπολιασμένο όμως και με τον αυθορμητισμό ενός μεγάλου καλλιτέχνη) τον οδηγούσαν στο ζητούμενο.

    Κατάλαβα όμως επίσης ότι δική μου ήταν η ευθύνη (αλλά και η υποχρέωση) να σωθώ, αναζητώντας την ουσία της σκέψης και της πρακτικής του. Αυτήν που έδινε αξία και σε όλα τα υπόλοιπα εξαιρετικά, αλλά δευτερεύοντα.
    Δηλαδή, έπρεπε να διδαχθώ και μόνος μου. Όχι να τα περιμένω όλα έτοιμα «στο πιάτο».

    Έπρεπε να ψάξω να βρω ο ίδιος το νόημα της δομικής ιδέας του «Domino». Δηλαδή, την αυτόνομη λειτουργία του μπετονένιου φέροντα οργανισμού μέσα στο σώμα του κτιρίου και την συνακόλουθη ανεξαρτησία των φερόμενων στοιχείων του. Κάτι που δίδαξε και ο δικός μας μεγάλος θεωρητικός, καθηγητής Παναγιώτης Μιχελής. Ότι δηλαδή, όλη η αισθητική της σύγχρονης αρχιτεκτονικής γεννιέται κυρίως από αυτή την (στατικής φύσεως) μεγάλη αλήθεια.

    Ή να διδαχθώ από την -επίσης δομική- ιδέα του «Esprit Nouveau». Του «μαγικού» κύβου, που είναι στην ουσία το πρότυπο στοιχείο ενός συνθετικού μηχανισμού παραγωγής συγκεκριμένης σύγχρονης τυπολογίας για τον ιδιωτικό και συλλογικό κατοικήσιμο χώρο.

    Ή να διδαχθώ τον δομικό τρόπο που ο Corbu συνέθετε τον χώρο, ερμηνεύοντας την γνωστή συμβολική «χειρονομία» του. Όπου ένα «άγνωστο» χέρι τοποθετεί (σαν συρτάρια σε σκαλιέρα) στοιχεία –τύπους διαμερισμάτων- στα κενά (σαν θήκες) του φέροντα οργανισμού της πολυκατοικίας της Μασσαλίας.


    II. Le Corbusier –«το κοράκι»:

    Μια αειφόρος πηγή διδακτικών ιδεών για την αρχιτεκτονική (και όχι μόνο) σε φωτεινό και σκοτεινό φόντο

    Η ουσία λοιπόν κρυβόταν κυρίως στις καινοτόμες δομικές ιδέες του «μεγάλου μάγου» και όχι τόσο στην εξαιρετική μορφοπλασία των έργων του.

    Από την μία μεριά ήταν αυτές που καταγράφουν την φωτεινή πλευρά του κορακιού, και έτσι άλλαξαν προς το καλύτερο την παγκόσμια αρχιτεκτονική:

    - Η καθ’ ύψος δόμηση (η πολυκατοικία) και η απελευθέρωση του ισογείου προς όφελος του φυσικού περιβάλλοντος.

    - Το «plan libre» και ο «περίπατος» μέσα στον αρχιτεκτονικό χώρο.

    - Το «Pilotis».

    -Το «Roof –Garden», δηλαδή η μεταφορά του προτύπου της «αυλής» σε ψηλότερες από το ισόγειο στάθμες.

    - Η οικονομική (ταυτόχρονα και λειτουργική) νέα διαστασιολόγηση του αρχιτεκτονικού χώρου. Ο Modulor.

    - Η μείωση του κόστους κατασκευής των κτιρίων μέσω σύνδεσης της αρχιτεκτονικής με την βιομηχανική παραγωγή (πχ. ιδέες για την προκατασκευή).

    - Η νέα υλική διαμόρφωση του εξωτερικού κελύφους των κτιρίων (πχ η ιδέα για την χρήση του ανεπίχρηστου σκυροδέματος).

    - Η νέα κοινωνική αρχιτεκτονική θεματολογία (πχ ιδέες για την νέα κατοικία, τα νέα κτίρια κοινωνικής πρόνοιας, διοίκησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού κλπ.)

    -Η νέα ηθική της αρχιτεκτονικής αισθητικής, μέσω της «γυμνότητας» και πνευματικότητας της.

    Και από την άλλη, ήταν τα αρχιτεκτονικά και άλλα λάθη και οι παρεκτροπές του:

    -Λάθη, όσον αφορά την σύγχρονη πολεοδομία, που επέτειναν τον ήδη λαθεμένο τρόπο θεώρησης και εφαρμογής της από το Μοντερνισμό της εποχής του.

    -Υπερβολές που γεννούσαν οι ποικίλες εμμονές του, η εγωκεντρικότητα του χαρακτήρα του και ο άκρατος επαγγελματισμός του.

    -Παρεκτροπές, όπως η ιδεολογο-πολιτική του αμφιταλάντευση ανάμεσα σε ποικίλες εκφάνσεις του αυταρχισμού, παρά την δηλωμένη ευαισθησία του για την κοινωνική διάσταση της αρχιτεκτονικής.

    (Όμως, με την ευκαιρία διερωτώμαι: Ποιες αντίστοιχες ιδέες για την βελτίωση της ανθρώπινης ζωής -και όχι εκείνης κάποιων εξωγήινων όντων- έχει διατυπώσει η πλειονότητα των σημερινών Star- αρχιτεκτόνων, που τόσο πολύ θαυμάζουμε; Εκτός και αν, ως νέες ιδέες εννοούνται τα πολύπλοκα μορφοπλαστικά ή υπέρ-τεχνολογικά «ευρήματα» τους, που δυστυχώς αποσπούν την προσοχή από πραγματικά ουσιώδεις προσπάθειες που γίνονται παγκοσμίως για να βρει η σύγχρονη αρχιτεκτονική το νέο δρόμο της).

    Ας επιστρέψω όμως στην καλή τύχη που μου επέτρεψε να βρω τον δικό μου δρόμο, περνώντας από τις συμπληγάδες της αμφισημίας του «μεγάλου μάγου».

    Ήταν, όμως, τύχη; Γιατί τώρα ξέρω πια ότι μαζί με το μαγικό προσωπικό της ιδίωμα, η αρχιτεκτονική του Corbu είχε και μια ισχυρή ρίζα στο –τότε σχεδόν άγνωστο σε εμένα- συλλογικό ορθολογικό πνεύμα του ύστερου διεθνούς Μοντερνισμού. Δηλαδή, σε ένα ανοικτό συλλογικό σύστημα βασικών αρχών σκέψης και πράξης, σε αναφορά με κάθε άνθρωπο και τη ζωή του.

    Αυτό το αμφίσημο –ατομικό και συλλογικό- στοιχείο της προσωπικότητάς του ήταν λοιπόν η γέφυρα, ο κοινός και κύριος κώδικας επικοινωνίας, για να περάσω και εγώ (αλλά και εσύ και κάθε άλλος ή άλλη) αναίμακτα από τις συμπληγάδες.

    Εάν λοιπόν κάποιος (με τη θέληση και υπ’ ευθύνη του) γινόταν -έστω και νεοφώτιστος- κοινωνός αυτού του προσωπικού, ταυτοχρόνως και συλλογικού πνεύματος, και έτσι ξεπερνούσε την παγίδα της συναισθηματικής εμπλοκής με τον μεγάλο μάγο, τότε ο μάγος σαν να το καταλάβαινε.

    Κατέβαινε από το «βάθρο» του και από μάγος γινόταν δάσκαλος αισθαντικός, δοτικός, ανοιχτός, αποκαλυπτικός. Ακόμη και τα αινιγματικά «σημάδια» που άφηνε συνεχώς παντού, ακόμη και τα λάθη και οι αντιφατικές του επιλογές, μετέδιδαν πια ένα συνολικό διδακτικό νόημα. Νόημα που δικαίως καταγράφηκε στην ιστορία.


    III. Το γράψιμο, ξεγράψιμο και ξανά γράψιμο της Ιστορίας.

    Ποιος ο ρόλος και ο βαθμός συμμετοχής σε αυτήν την διαδικασία, των ιστορικών ερευνητών και ποιος του «κοινού»;

    Αυτή η (πολύ αναγκαία) ιστορική καταγραφή εξακολουθεί να γίνεται και σήμερα. Είναι όμως περίεργο πόσο πολύ και πόσο μονομερώς –ως σημείο των καιρών- βαραίνει προς τις σκοτεινές πλευρές του κορακιού (πολιτικές, επαγγελματικές, ανθρώπινες) ενώ φαίνεται να έχουν ατονήσει σημαντικά οι φωτεινές του. Και τούτο δεν συμβαίνει μόνο στην περίπτωση του Corbu, αλλά και σε εκείνες πολλών άλλων μεγάλων δημιουργών.

    Εντούτοις, πιστεύω ότι το συνεχές γράψιμο, ξεγράψιμο και ξανά-γράψιμο της ιστορίας είναι απόλυτα αναγκαίο. Πρώτον, για να μην μένει τίποτα αφώτιστο και «απαγορευμένο». Και δεύτερον, γιατί μας διδάσκει ότι δεν υπάρχει μια σταθερή και μόνιμη αλήθεια. Και ότι η μαυρόασπρη αμφισημία των φαινομένων και –κυρίως- των προσώπων δεν είναι αναγκαστικά κάτι απευκταίο.

    (Πάντως, ως προς αυτό το ζήτημα, ας μην ξεχνάμε ότι οι –υψηλοτάτης νοημοσύνης- αρχαίοι μας πρόγονοι θεωρούσαν ακόμη και τους ίδιους τους θεούς τους ως αμφίσημες – δηλαδή φωτεινές, ταυτοχρόνως και σκοτεινές- οντότητες).
    Το ζήτημα όμως είναι ότι, η επισήμανση, διερεύνηση και καταγραφή αυτής της- κοινής για όλους- μαυρόασπρης αμφισημίας, καθώς και οι συνεχείς μεταλλάξεις της μέσα στον χρόνο, φαίνεται πια να αφορούν μόνο τις -θεωρούμενες ως μεγάλες- προσωπικότητες (κυρίως μετά τον θάνατο τους), καθώς και τους εντεταλμένους ιστορικούς ερευνητές και αξιολογητές τους.

    Αντιθέτως, ο υπόλοιπος κοινωνικός χώρος, συνήθως παρακολουθεί από «απόσταση ασφαλείας» το ανεβοκατέβασμα των ειδώλων σαν ένα ανώδυνο ψυχαγωγικό παιχνίδι. Παιχνίδι που, όμως, σιγά-σιγά αποδομεί, όχι μόνο τα είδωλα αλλά και την ανθρώπινη δημιουργικότητα ως γενική αξία καθεαυτήν.

    Αυτή η απόσταση ασφαλείας είναι ίσως μια κάποια λύση, ώστε όλοι να είμαστε ευχαριστημένοι. Να «κουλάρουμε» (σύμφωνα με τον αποτρόπαιο νεολογισμό της μόδας): Οι μεν «μεγάλοι μέντορες», ως τεθνεώτες, και άρα «απόντες». Οι καταγραφείς και αξιολογητές της ιστορίας, ως κυρίαρχοι του παιχνιδιού της εκάστοτε μετάλλαξης της. Και –τέλος- εμείς, δηλαδή το «κοινό», ως ο συνήθης απόμακρος και απαθής δέκτης της τρέχουσας ενημέρωσης επί παντός επιστητού. Ώστε μετά να πηγαίνουμε όλοι ήσυχα για ύπνο…

    Νομίζω ότι το -διαδεδομένο ως μόδα- φαινόμενο της αποδόμησης των καθιερωμένων αξιών, πέραν των κοινωνικών και άλλων -λογικών ή μη- αιτίων τα οποία το προκαλούν, ενισχύεται (αθέλητα ίσως) από τον τρόπο που σήμερα πραγματοποιείται τις περισσότερες φορές η ιστορική έρευνα σε αναφορά με τις αξίες αυτές.

    Για παράδειγμα, παρουσιάζεται ο Corbu κατατετμημένος σε πολλούς Corbu, δηλαδή χωριστά ως «πολεοδόμος», ή ως «οραματιστής», ή ως «ιδεολόγος –χωρίς ή με πολιτικές παρεκτροπές» ή ως «μυστικιστής» ή ως «ανθρωπιστής», ή ως «μισάνθρωπος». (Στη θέση του Corbu βάλτε όποιον άλλο «Μεγάλο» θέλετε.

    Πιστεύω ότι η αναλυτική αυτή μέθοδος, παρά την όποια αξία της, έχει ένα σημαντικό πρόβλημα: Πρόκειται για τον επιμερισμό της δομής του αντικειμένου της σε πολλές ειδικές και ανεξάρτητες μεταξύ τους υποενότητες, με συνέπεια αυτό να χάνεται ως όλον.

    Με αυτόν τον τρόπο όμως επιτείνεται στον κύβο η -έτσι κι αλλιώς δεδομένη- σύγχυση όσον αφορά το ουσιώδες νόημα των φαινομένων, των προσώπων, των πραγμάτων.

    Κάτι λοιπόν δεν πάει καλά με όλους αυτούς τους πολλούς και διάφορους Corbu που ανακαλύπτουμε κάθε τόσο. Ή ας πούμε, κάτι λείπει που να τους ενώνει στον όλο Le Corbusier.

    Γιατί, ενώ όλα τα κοράκια διαφέρουν μεταξύ τους, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι το κοράκι, ως ιδιόμορφο είδος πουλιού, είναι συγκεκριμένο, ένα και μοναδικό. Όπως, με την έννοια αυτή, είναι μοναδικό είδος και ο πελεκάνος, η πάπια ή το παγόνι. Έτσι που δεν συγχέονται ποτέ με ένα κατάμαυρο κοράκι (γιατί άσπρο κοράκι δεν ξέρω να υπάρχει).
    Αυτή λοιπόν η μοναδικότητα κάθε είδους, θεωρημένου ως όλου, είναι που πια τείνει να εκλείψει.


    IV. «Αναλυτική» και «συνθετική» ερευνητική μεθοδολογία:

    Ένα αντιθετικό ή συμπληρωματικό δίπολο;

    Γι’ αυτό πιστεύω ότι, παρά την χρησιμότητα της, η αναλυτική μέθοδος δεν φτάνει. Χρειάζεται και μία ανά-συνθετική, των επιμέρους σε όλο. Χρειάζεται αυτή η κορυφαία συνολική αποτίμηση –ο συνολικός «λογαριασμός», η «σούμα» (όπως λέει και ο Σαββόπουλος) που εκφράζει τον κεντρικό άξονα πορείας, και την αναλογική σχέση (το «μέτρο») ανάμεσα στην φωτεινή και την σκιερή έκφανση του συνολικού έργου κατά την εξέλιξη του μέσα στον χρόνο. Είτε αυτό αφορά τους «μεγάλους» είτε αφορά -προσέξτε- και τους λεγόμενους «μικρούς» του κόσμου.

    Και εδώ επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι βρίσκεται ίσως ο πυρήνας όσων έχω να σας πω.

    Γιατί έτσι θεωρημένη, η -επί του συνόλου- αξιολόγηση των μεγάλων μεντόρων μας βοηθά να διδαχθούμε εξίσου και από τις δύο αντιθετικές εκφάνσεις τους, προβάλλοντας μάλιστα το δίπολο αυτό και στον εαυτό μας. Τότε η απόσταση μας από αυτούς μικραίνει και οι έννοιες «Μεγάλος» και «μικρός» χάνουν ευτυχώς τη διαχωριστική αξιολογική σημασία που συνήθως τους δίνουμε.


    V. Η αμφίσημη (φωτεινή και σκοτεινή) σχέση μας με τα «Είδωλα» μας

    Βεβαίως, η διδακτική επίδραση κάθε «άλλου» (ιδιαιτέρως όταν αυτός αποτελεί εξέχον σημείο αναφοράς) στον κάθε «εαυτό», δεν είναι συνήθως εύκολη και ειρηνική υπόθεση. Γιατί λειτουργεί αμφίσημα, δηλαδή άλλοτε ως θετική και άλλοτε ως αρνητική πρόκληση. Θετική, όταν οδηγεί στην εμπέδωση της γνώσης και της εμπειρίας, ανοίγοντας μας νέους δρόμους. Και αρνητική, όταν -φανερά ή όχι- εκλαμβάνεται από εμάς ως ανταγωνιστική αμφισβήτηση των πεπραγμένων μας, ακόμη και ως απειλή της ίδιας της υπόστασης μας.

    Έτσι ίσως εξηγείται και η αμφισημία η οποία χαρακτηρίζει τους τρόπους με τους οποίους συνήθως διαχειριζόμαστε την νοητική σχέση μας με τους «άλλους», αλλά κυρίως με τους μέντορες μας, όπου και θα επιμείνω περισσότερο.
    -Μπορεί να είναι ένα έλλογο, ψύχραιμο, θαρραλέο νοητικό πλησίασμα προς αυτούς, ώστε να γνωρίσουμε το άγνωστο. Οπότε ακόμη και τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους μπορεί να λειτουργούν διδακτικά προς όφελος μας.

    (Θυμάμαι ότι προς αυτή την απελευθερωτική κατεύθυνση με είχε οδηγήσει με το παράδειγμα του, ο (επίσης «μεγάλος» καθηγητής και δάσκαλος μου Ι. Δεσποτόπουλος. Για παράδειγμα, πολύ συχνά αναφερόταν με αγαθό πνεύμα, και χωρίς ανταγωνιστικές νευρώσεις στον Le Corbusier και τον Mies Van den Rohe, ως τους δύο πυλώνες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Παρότι γνώριζε καλά τις «σκοτεινές» πλευρές και των δύο –διεθνούς εμβέλειας- συνομηλίκων του.

    Τιμώ όμως και όλους εκείνους, που επανειλημμένα, με επιμονή, με επιστημονικά ιστορικά στοιχεία, αλλά και με μεγάλη πίστη σε αυτό που θεωρούν σωστό ή λάθος, ασκούν αρνητική κριτική στον Le Corbusier. Γιατί έτσι, χωρίς προσωπικές συναισθηματικές και προσωπικές «έχθρες», συμβάλουν στην διερεύνηση και εμπέδωση της γνώσης μας για ότι θεωρείται «δεδομένο»).

    -Αντίθετα από αυτή την ψύχραιμη ορθολογική θεώρηση, η επίδραση των μεντόρων μπορεί να προκαλέσει σύνδρομα ενός υπερβολικού συναισθηματισμού που συχνά οδηγεί στην θεοποίηση ή δαιμονοποίησή τους, ως αποτέλεσμα «ανικανοποίητης αγάπης» προς αυτούς από την πλευρά των «πιστών» τους.

    Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι «πιστοί» κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν στον περιπαθή «ανικανοποίητο» έρωτα τους, που συχνά οδηγεί στην άγονη, υποτακτική (εντέλει αυτοκαταστροφική) μίμηση, είτε, ακόμη και στον –επίσης αυτοκαταστροφικό- φθόνο.

    -Μία άλλη αντίδραση (κοντινή στην προηγούμενη) είναι η δήθεν αντικειμενική, αλλά στην πραγματικότητα κυνική (χωρίς πίστη σε τίποτε) ανάδειξη και διαχείριση αποκλειστικά της σκοτεινής πλευράς των μεγάλων αξιών ή η σκόπιμη εξίσωση του «μαύρου» με το «άσπρο».

    Εντούτοις, παρά την στρεβλή χαρά που πρόσκαιρα προκαλεί η υποδόρια ενίσχυση του «κακού», η συγκεκριμένη ψύχωση, οδηγεί και αυτή τους φορείς της στην αυτοκαταστροφή που προκαλεί ο φθόνος και η ανηδωνική απάθεια προς το «καλό καγαθό».

    -Τέλος η αντίδραση προς τους «μέντορες» μπορεί να είναι μια καλά υπολογισμένη –«αστυνομικού τύπου»- επιχείρηση «αποκάλυψης της εκάστοτε άγνωστης μεγάλης αλήθειας».

    Με τον τρόπο αυτό ο «αστυνομικός» γίνεται «σκιά» του μέντορα. Μοιάζει με εκείνο το παμπόνηρο ψαράκι που συνοδεύει (αλλά και «παρακολουθεί») συνεχώς ένα τεράστιο καρχαρία (αποκαλώντας τον πάντα «sir»!) σε μία από τις ιδιοφυείς σειρές σκίτσων του «Αρκά».

    (Και είναι ίσως φυσικό ότι όλες οι παραπάνω θετικές και αρνητικές –ακόμη και ψυχοπαθολογικές- αντιδράσεις απέναντι στους μέντορες συνυπάρχουν ταυτοχρόνως, όχι τόσο στον ευρύτερο χώρο του «ανειδίκευτου κοινού», όσο στον χώρο των «ειδικών», της επιστήμης, της τέχνης, της αρχιτεκτονικής, αλλά και στον χώρο όπου αυτές διδάσκονται. Όπως είναι και ο παρών ιστορικός χώρος όπου σήμερα συναντιόμαστε. Tον οποίο -για να το πω ποιητικά- «πολύ ηγάπησα»).


    VI. Η μεγάλη χαρά να απολαμβάνεις αφειδώλευτα-αλλά μετά γνώσεως- και όχι να μέμφεσαι με μικροψυχία την Τέχνη

    Κλείνοντας αυτή την ομιλία –και για να ευθυμήσουμε λίγο μετά από όσα σοβαρά προηγήθηκαν- να σας διαβεβαιώσω ότι, κατά την τελευταία επαφή που είχα πριν μέρες με τον Δάσκαλο(!) με διαβεβαίωσε ότι (50 χρόνια μετά τον θάνατο του) ζει «ζωή χαρισάμενη» εκεί που βρίσκεται, στον παράδεισο. Παρ’ όσα του σέρνουμε κάθε τόσο. Φορούσε την μαύρη του αμφίεση, πάντα σοβαρός και περίφροντις. Επίσης, είχε –όπως συνήθιζε- ανασηκωμένα και στηριγμένα στο μέτωπο του τα παροιμιώδη γυαλιά του με τους χοντρούς φακούς και τον μαύρο σκελετό. Παρέα με τον Mies παρακολουθούσαν μάλιστα από ψηλά τα συμβαίνοντα στον κόσμο και –όπως πάντα- διαφωνούσαν φιλικά: Δηλαδή εάν φταίνε αυτοί ή εμείς για κάποια κακοπαθήματα μας. Συγκεκριμένα τους απασχολούσε, εάν και πόσο μπορούμε πια εδώ στη γη να απολαμβάνουμε –έστω και για μία στιγμή- την μαγεία της καθαρής τέχνης, απαλλαγμένοι από τις γνωστές «νευρώσεις» των καιρών. Για παράδειγμα, να χαιρόμαστε:

    -Την μουσική του Maller, παραμερίζοντας τους καυγάδες του με την Alma, λόγω των «αταξιών» της με τον Gropius και άλλους «μεγάλους».

    -Ή την ζωγραφική του Goya και του Velasquez, χωρίς να γκρινιάζουμε επειδή δούλευαν για το παλάτι και την βασιλική οικογένεια.

    -Ή την αρχιτεκτονική του Ικτίνου στην Ακρόπολη, χωρίς να μας απασχολεί το γεγονός ότι είχε διωχθεί, εξαιτίας κάποιου οικονομικού σκανδάλου κατά το χτίσιμο του Παρθενώνα.

    -Η την καλή σύγχρονη αρχιτεκτονική, χωρίς να χανόμαστε στα -μέγιστης σημασίας- διακυβεύματα : Εάν ο Corbu ήταν μισογύνης και τσιγκούνης στους μισθούς που έδινε στους συνεργάτες του ή εάν ο Mies ήταν καπνιστής πούρων και είχε αδυναμία στο γυναικείο φύλο…..

    Γιατί είναι αλήθεια ότι, το να χαίρεσαι σε βάθος το καλό έργο του άλλου και να διδάσκεσαι από αυτό (ώστε έτσι να αναγεννιέσαι πιο καθαρός και νέος) είναι και αυτό μια Τέχνη.


    Τάσος Μπίρης

    Ομότιμος καθηγητής

    Σχολής Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π


    Οκτώβριος 2015