Υπόγεια ρεύματα

33.

Υπόγεια ρεύματα


Ηριδανός

Έκπληκτος βλέπω για πρώτη φορά το βραχώδες όρυγμα που διακόπτει ξαφνικά την πλακόστρωση του δαπέδου της νέας Πλατείας Μοναστηρακίου. [1]

Η βαθειά τομή μετατοπίζει αμέσως το βλέμμα και τη σκέψη από το οικείο ισόγειο επίπεδο της καθημερινότητας, προς τα έγκατα της γης και του χρόνου. Όμως αυτή η κάθοδος είναι ταυτοχρόνως και ένα ανοδικό άλμα προς το χώρο του υπερβατικού, καθώς δεν καταλήγει σε σκότος, έρεβος, σιωπή, αλλά σε ορμητικό «λάλον ύδωρ», που αιώνες τώρα ρέει αόρατο στο μπαζωμένο υπόστρωμα της πόλης.

Συνειδητοποιώ ότι σ’ αυτή την υποχθόνια κρύπτη βλέπω και ακούω ένα σπάραγμα του αρχαίου ποταμού Ηριδανού.

Λίγο αργότερα, καθώς βαδίζω προς νότο, μου έρχεται ξαφνικά η ιδέα ότι το νερό που είδα προηγουμένως στο Μοναστηράκι μπορεί να έχει ποτίσει τα αιωνόβια, αλλά και τα νεογέννητα δέντρα που συνθέτουν το εκπληκτικό τοπίο του Κεραμεικού. Το αρχαίο ποτάμι εξακολουθεί, από αμνημονεύτων χρόνων μέχρι σήμερα, να δίνει ζωή. Χωρίς κανείς να το ξέρει. Χωρίς κανένα σχεδόν να ενδιαφέρει.

Όπως το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα ελάχιστα υδάτινα (ή νοητικά) «αρχαία ρεύματα» που απομένουν και επιμένουν να συντηρούν το πνεύμα του τόπου. Είναι και αυτά χαμένοι Ηριδανοί, ευλογημένες ροές, ζωογόνα περάσματα του υπεδάφους, που συνεχίζουν να θρέφουν το άνυδρο πεδίο της επιφάνειας ? σχεδόν πάντα ερήμην μας ? εν αγνοία μας.

Ένας περίπατος

Κατευθύνω τώρα πιο γρήγορα την πορεία μου προς το Μεταξουργείο γιατί εκεί με καλεί η δουλειά ? το κτίριο που φτιάχνουμε [2].

Είναι κάθε φορά μεγάλη χαρά η συνάντηση μαζί του καθώς το έργο αυτό αποτελεί την ευτυχή κατάληξη μιας αγαστής συνεργασίας. Ξεκίνησε με την ιδέα δύο πολύ καλών νεότατων αρχιτεκτόνων, της Γεωργίας Δασκαλάκη και του Γιάννη Παπαδόπουλου, να λάβουμε μέρος ως ομάδα σε γνωστό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και κατέληξε στην (πολύ σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα) επιτυχή υλοποίηση του έργου με πιστή εφαρμογή της μελέτης του. Βεβαίως, ήταν μια συνεργασία όχι τυχαία, γιατί είχε ήδη προϋπάρξει μεταξύ μας γνωριμία και επαφή κατά τα φοιτητικά χρόνια της Γεωργίας και του Γιάννη στη Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας, όπου μετά την αποφοίτησή τους, προσέφεραν κατά περιόδους ως μεταπτυχιακοί υπότροφοι, επικουρικό διδακτικό έργο στις ίδιες αίθουσες όπου διδάχθηκαν την αρχιτεκτονική.

Ίχνη συνέχειας

Συνεχίζω λοιπόν να περπατώ προς το έργο βυθισμένος σε γενικότερες σκέψεις, καθώς το ίδιο το περπάτημα προκαλεί τη διαρκή μετάβαση του μυαλού από το ένα θέμα στο άλλο.

Σκέφτομαι τώρα, πόσο σημαντική είναι αυτή η συνέχεια, που έχει ως γενετικό χαρακτηριστικό της η διαδικασία της εκπαίδευσης. Συνδέει τους ανθρώπους ως σημεία μιας ανοιχτής ακολουθίας. Κάποιος, κάπου, κάποτε, συνήθως μας μαθαίνει να αγαπάμε και να φτιάχνουμε κάτι. Μετά έρχεται η δική μας σειρά να το ανταποδώσουμε, όχι σε εκείνον, αλλά σε κάποιον άλλο. Κατόπιν έρχεται και η σειρά αυτού του (για την ώρα) τελευταίου να παίξει το παιχνίδι. Και πάει λέγοντας, έτσι που οι άκρες της σειράς χάνονται στο παρελθόν και στο μέλλον.

Σημασία έχει να διατηρείται η συνέχεια ? η συνάφεια ? η σχέση, ακόμα και ως ανατροπή. Και η ύπαρξη αυτής της ιδιόμορφης συνέχειας νομίζω ότι «γράφει» στον τρόπο που διδασκόμαστε ή διδάσκουμε, αλλά και στον τρόπο που αρχιτεκτονούμε.

Έτσι το προσωπικό αρχιτεκτονικό έργο μπορεί μερικές φορές να ξεπερνά τον ατομισμό του δημιουργού του και να συμβάλλει, στο μέτρο του δυνατού, για να χαραχθούν ελεύθεροι συλλογικοί δρόμοι από όπου και άλλοι μπορούν να περπατήσουν, να δοκιμάσουν, να βελτιώσουν, να αλλάξουν, ακόμα και να βρουν καινούρια περάσματα, νέες ιδέες.

Γι’ αυτό είναι, νομίζω, μερικές φορές αναγκαίο, όταν αναλύουμε κριτικά ή αυτοκριτικά τις ανθρώπινες δημιουργίες, να μπορούμε να διακρίνουμε αυτούς τους συλλογικούς δρόμους που κατευθύνουν την πορεία τους. Να μελετούμε τον τρόπο που πλέκεται πάνω σε ένα κοινό ίχνος, ισάξια το παρελθόν, το παρόν και – πιθανώς – το μέλλον.

Μ’ άλλα λόγια, πρέπει να μπορούμε να ξεπερνούμε τις προσωπικές ιδιομορφίες ενός ατομικού ή -με τη στενή έννοια- ομαδικού αρχιτεκτονικού έργου όταν το κρίνουμε (παρότι συνήθως αποσπούν όλο το ενδιαφέρον μας) ώστε, παράλληλα με τα προσωπικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, να εντοπίζουμε σ’ αυτό (εφόσον υπάρχουν) σημάδια από πολύ ευρύτερες συλλογικότητες, (όπως π.χ. είναι τα αρχιτεκτονικά ρεύματα). Γιατί αυτές οι δομές είναι που, σε μεγάλο βαθμό, επιτρέπουν στην αρχιτεκτονική να λειτουργεί και ως «κοινό αγαθό» που ανήκει στον καθένα και σε όλους μαζί.

Διαρκές Μοντέρνο

Τέτοια – με ευρεία έννοια – διαρκής συλλογική διαδρομή, πολύτιμος οδηγός της δημιουργικής σκέψης και πράξης κατά την εξέλιξή τους στον χρόνο (και όχι μόνο σε αναφορά με την αρχιτεκτονική) πιστεύω ότι είναι ο Μοντερνισμός, ιδιαιτέρως μάλιστα η – επίσης διαχρονική – ελληνική εκδοχή του.

Έχει σημασία ο όρος «διαρκές». Γιατί το νεωτερικό αυτό ρεύμα δεν πρωτοπαρουσιάζεται εδώ (ούτε τελειώνει) κατά τη γνωστή περίοδο του 1920-30. Αντιθέτως, διεισδύει πιστεύω βαθιά, τόσο στο παρελθόν, όσο και στο μέλλον του τόπου μας, μέσα από μια διαδικασία συνεχών αναπροσαρμογών και μεταλλάξεων, που όμως γεννιούνται από την ίδια αρχική ρίζα.

Π.χ. ο δάσκαλός μου Ιωάννης Δεσποτόπουλος (πολύ σημαντικός Μοντερνιστής και πρώτος εγγεγραμμένος Έλληνας φοιτητής του Bauhaus) διέκρινε στην καθαρότητα και αφαίρεση της πρώιμης κυκλαδικής τέχνης, αλλά και στη δομικότητα της αρχαίας και βυζαντινής αρχιτεκτονικής, σαφή στοιχεία αυτού του διαρκούς ελληνικού Μοντερνισμού.

Τολμώ να πω οτι ανάλογες προσωπικές σκέψεις για τη διαχρονικότητα αυτής της ρίζας μου έρχονται στο νου π.χ. σε αναφορά με τη στέρεα δομικότητα και τον διαυγή διαλεκτικό ρασιοναλισμό του Σωκρατικού λόγου, που σημάδεψε συνολικά την ελληνική φιλοσοφία.

Μοντέρνα εντοπιότητα

Θεωρημένη σ’ αυτό το μεγάλο χρονικό φάσμα, η εντόπια έκφανση και επίδραση του μοντερνιστικού ίχνους στο ιστορικό γίγνεσθαι το τόπου άλλοτε ήταν φανερή, ισχυρή, ευρείας αποδοχής. Και άλλοτε λειτουργούσε ακόμη και υπό διωγμό, στο υπέδαφος, ως υπόγεια διαδρομή αντίστασης προς την καθιερωμένη τάξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης υπήρξε η περίοδος της μεσοπολεμικής δεκαετίας του 1920-30, αλλά και μετά, σχεδόν μέχρι και το 1950, όταν ο Μοντερνισμός υιοθετήθηκε στον τόπο μας από ένα σχετικά ευρύ (όχι όμως και πλειοψηφικό) τμήμα του κοινωνικού χώρου. Το ίδιο συνέβη και κατά την ύστερη περίοδο του κινήματος κατά τη δεκαετία 1950-60, όπου μια ισχυρή ανανεωτική πνευματική «άνοιξη» επέφερε ριζικές ανατροπές στην αρχιτεκτονική και την τέχνη (την ποίηση, τον λόγο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες κ.λπ.), εξασφαλίζοντας επίσης μεγάλη, αλλά βεβαίως όχι καθολική, κοινωνική αποδοχή. Κοινό χαρακτηριστικό των περιόδων αυτών ήταν η σύνδεση του πνεύματος του τόπου με το διεθνές γίγνεσθαι του κόσμου.

Όμως, είναι γνωστό -διαχρονικά- ότι ότι τα πράγματα δεν είναι συνήθως εύκολα για τα γνήσια ανατρεπτικά ρεύματα γενικώς, ιδιαιτέρως μάλιστα σε μια φοβική κοινωνία όπως η δική μας.

Να θυμηθούμε π.χ. ότι οι ανυπάκουες προς τα καθιερωμένα, ιδέες του Σωκράτη τον οδήγησαν στη φυλακή και την καταδίκη σε θάνατο, παρότι το καθεστώς ήταν δημοκρατικό. Πολλούς αιώνες αργότερα, σε ευθεία αναλογία με την τότε ιστορική συγκυρία (και ενώ είχε ήδη προηγηθεί η δικτατορία Μεταξά) η επτάχρονη προγονόπληκτη δικτατορία του 1967 διέκοψε βιαίως την πνευματική άνοιξη του 1960 για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως. Έτσι χτυπήθηκε για μια φορά ακόμα η δυναμική ρίζα του ύστερου ελληνικού Μοντερνισμού. Και αυτός φάνηκε ότι χάθηκε, λες και τον κατάπιε η γη.

Εν τούτοις, στη γη οι ρίζες δεν πεθαίνουν. Αντιθέτως, εκεί στο βάθος συνήθως θρέφονται, ισχυροποιούνται και ξαναγεννούν τη ζωή. Έτσι συνέβη και με το ελληνικό Μοντερνιστικό ρεύμα που επιβίωσε κινούμενο σε υπόγειες διαδρομές ακόμη και κατά την πνευματικά νεκρή αυτή περίοδο.

Φανερές ή αφανείς μετεξελίξεις

Αλλά και στα μεταδικτατορικά χρόνια της δεκαετίας 1975-85, σε εποχή απόλυτης και επιθετικής κυριαρχίας ενός –πανίσχυρου πια- Μεταμοντερνισμού, το Μοντέρνο συνεχίζει την υπόγεια μετεξέλιξή του, ενώ στην επιφάνεια ξανα-ανακοινώνεται για πολλοστή φορά (και με μεγάλη χαρά) ο «θάνατος» του!

Μέσα σ’ αυτή τη γενικευμένη βεβαιότητα, η ελάχιστη καρποφορία της κρυμμένης ζωντανής ρίζας έφτανε ελάχιστες φορές στην επιφάνεια, αλλά κανένα δεν απασχολούσε. Ή πολύ απλά εθεωρείτο απολίθωμα ενός κακού παρελθόντος που έπρεπε να παραμείνει στα αζήτητα της ιστορίας.

Και τούτο, γιατί κατά το διάστημα αυτό, η συνεχώς διευρυνόμενη μετάλλαξη της διεθνούς και τοπικής κοινότητας προς όλο και πιο ισχυρά καταναλωτικά πρότυπα (αλλά και η πολύ κακή εφαρμογή του Μοντερνισμού από ατάλαντους ή αλλοτριωμένους αρχιτέκτονες) είχαν παραμορφώσει το – κάποτε ανατρεπτικό – κίνημα, μετατρέποντάς το σε πειθήνιο υπηρέτη και εργαλείο αυτού του αυξανόμενου καταναλωτισμού. Και ας υπήρχαν οι λίγες “υπόγειες” εξαιρέσεις.

Έτσι στρεβλωμένο το Μοντέρνο, έγινε στο τέλος ο αποδιοπομπαίος τράγος, υπεύθυνος για την υποβάθμιση της αρχιτεκτονικής στα όρια τρέχοντος τεχνο-οικονομικού μεγέθους, για τον εγκλωβισμό της σε τυπικούς, πιεστικούς κανόνες που χειραγωγούσαν την ελεύθερη έκφραση και φαντασία, για την αλόγιστη καταστροφή του φυσικού και ιστορικού χώρου κ.λπ.

Σε αυτό λοιπόν το οριακό «σημείο μηδέν» μιας γενικευμένης καθοδικής πορείας, την αναγκαία κοινωνική αποδέσμευση από το κακό αρχιτεκτονικό παρελθόν προσέφερε με τα ιδεολογήματά του και την τάχα νεωτεριστική και «απελευθερωτική» ρητορεία του ο Μεταμοντερνισμός. Μάλιστα, αυτός δεν χρειάστηκε να «παραμορφωθεί» από την «νέα τάξη πραγμάτων» για να την εξυπηρετήσει. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκε από εκείνη αυτούσιος, εξασφαλίζοντας μάλιστα σχεδόν καθολική αποδοχή.

Και τούτο γιατί η εννοιολογική ασάφεια (δια της συνεχούς μετακύλισης και αναβολής της διευκρίνισης των νοημάτων) και το ανεξέλεγκτο αισθησιακό «laisser-faire» της Μεταμοντέρνας Θεωρίας, ήταν μια άμεση πρόσφορη λύση στο αδιέξοδο. Και έτσι, αξιοποιώντας το ρεύμα αυτό ως ιδεολογικό προκάλλημα υιοθετήσαμε αμαχητί (χωρίς και να το πολυ-καταλάβουμε) τα ελευθέρια υπερκαταναλωτικά πρότυπα της διεθνούς αρχιτεκτονικής (και όχι μόνο) μόδας. Πρότυπα αυστηρά οικονομικά, παρά τη φαινομενική αφιλοκέρδεια και «αφέλεια» τους. Στα οποία –γι’ αυτό ακριβώς τον ωφελιμιστικό λόγο- στηρίχθηκε για να επικρατήσει «αναίμακτα» ο βίαιος υλιστικός εκσυγχρονισμός της παγκοσμιοποίησης, σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την οικονομική και κοινωνική κρίση που σήμερα κορυφώνεται.

Μέσα σε αυτή την γενική παραζάλη, δεν ήταν καθόλου εύκολο κατά τη μετά-δικτατορική δεκαετία 1975-1985 (όπως και σήμερα επίσης συμβαίνει) να διδάσκεις και να εφαρμόζεις την αρχιτεκτονική με βάση τη δομικότητα, την οικονομία, τη λειτουργικότητα, τον ρασιοναλισμό, τη συλλογικότητα και το κοινωνικό – ιδεολογικό πνεύμα του διαρκούς Μοντερνισμού. Αυτομάτως γινόσουν δέκτης (ως αυτόβουλος «σάκος του μποξ») του ψόγου και της απομόνωσης που επέβαλε η «Αποστολική Διακονία» του παντοδύναμου μεταμοντέρνου υλιστικού εκσυγχρονισμού. Και έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι προσφάτως, απωθήθηκαν στο περιθώριο ή κηρύχθηκαν σε άγνοια, ουσιώδεις θετικές μεταλλάξεις της αρχιτεκτονικής του τόπου, αλλά και του διεθνούς χώρου. Έτσι επίσης δημιουργήθηκαν και οι ανεξήγητες «μαύρες τρύπες» (οι ασυνέχειες και τα ανεξήγητα «κενά») της αρχιτεκτονικής μας εκείνης της περιόδου. Καθώς η ιστορία της γράφτηκε κατά το δοκούν, περισσότερο από τα αρχιτεκτονικά περιοδικά παρά από τους πραγματικούς ιστορικούς.

Υπόγεια ρεύματα- χαμένοι Ηριδανοί

Εν τούτοις (όπως ήδη αναφέρθηκε), σ’ όλο αυτό το διάστημα το «υπόγειο ρεύμα» συνέχισε στα έγκατα του υπεδάφους την πορεία του, ως ένας ακόμη «Ηριδανός». Κυρίως εκεί γέννησε την αχαρτογράφητη μοντέρνα αρχιτεκτονική της περιόδου 1975-2000, αλλά και ποικίλους, επίσης άγνωστους, νεότερους μετασχηματισμούς της, που φτάνουν μέχρι σήμερα. Εν τούτοις, η επιβεβλημένη σιωπή είχε και τις ξαφνικές διακοπές της. Βλέπεις, τόσο παλιότερα, όσο και στις μέρες μας, η τύχη (αλλά και – τώρα τελευταία – οι μεγάλες ανατροπές που υφίσταται το ίδιο το σύστημα, καθώς ξεπέρασε τα όριά του) λειτούργησαν και λειτουργούν σαν αφύλαχτα κενά, σαν τρύπες στη γη. Όταν τις συναντάμε τυχαία στο βήμα μας (όπως εκείνη τη συγκλονιστική περίπτωση της Πλατείας Μοναστηρακίου), μας ξαφνιάζουν, αποκαλύπτοντας περάσματα άγνωστα, πλευρές της πραγματικότητας αθέατες, συζεύξεις γενεών απρόσμενες.

Άφιξη στο Μεταξουργείο

Να που έφτασα λοιπόν στον προορισμό μου. Σκέφτομαι οτι δείγμα γεφύρωσης ενός τέτοιου «χάσματος» γενεών, (όπως συμβαίνει με τις σχέσεις ηλικίας των μελετητών του που απέχουν μεταξύ τους περίπου σαράντα χρόνια !) ελπίζω ότι είναι το κτίριο του Μεταξουργείου που σήμερα υλοποιείται. Αυτό τουλάχιστον –επίσης ελπίζω ότι- δείχνουν, οι κονστρουκτιβιστικές και φονξιοναλιστικές του αρχές, ο ρασιοναλισμός του, η δομικότητα, η οικονομία και η γυμνότητα της κατασκευής και της αισθητικής του, η ανθρωποκεντρική και όχι ταξικά επιλεκτική τυπολογική συγκρότηση των χώρων του. Καλώς ή κακώς (ο χρόνος θα δείξει), κατάφερε πάντως να φυτρώσει, όπως τα νεογέννητα δεντράκια του Κεραμεικού. Και τώρα παρουσιάζεται αναπάντεχα μέσα από το δικό του «όρυγμα» ως μη καταγεγραμμένος άγνωστος εν μέσω αγνώστων, που δηλώνει «παρών».

Ένας περαστικός «Γιάπη» το ονομάζει «Lofts» (!), αυστηρά προορισμένο για «αντισυμβατικές» μορφές συγκατοίκησης της μόδας (!!) και θεωρεί ότι γι’ αυτό θα πετύχει, ανεβάζοντας και τις τιμές της περιοχής. Ένας παραδοσιόπληκτος περιπατητής το ονομάζει «τσιμεντένια κουτιά» και θεωρεί ότι γι’ αυτό θα αποτύχει, οδηγώντας σε οικονομική και οικολογική πανωλεθρία. Άλλος το γυροφέρνει σχεδόν καθημερινά, ως «μυστηριώδης» τακτικός θεατής, γιατί – όπως λέει – τον κάνει να νιώθει «κάπως», αλλά και «κάπως» τον φοβίζει. Άλλος (μάστορας στο έργο αυτός), λέει απλώς: «καλό μου φαίνεται» και κάνει τσιγάρο κοιτάζοντάς το σκεφτικός.

Την ίδια ώρα το αρχιτεκτόνημα, όπως ένας νεογέννητος οργανισμός, αρχίζει να καταγράφει το σημάδι του, ως μια ακόμα νέα εκδοχή του διαρκούς ελληνικού μοντερνισμού. Επιχειρεί να κερδίσει το χαμένο χρόνο, να ενώσει τα χαμένα κενά των μη καταγεγραμμένων ιδεών. Και πάλι ο χρόνος θα δείξει.

Έτσι είναι οι ιδέες. Αγνοούν τα κλειστά τακτοποιητικά σχήματα που επινοούν γι’ αυτές κάθε τόσο οι «σχολιαστές» της αρχιτεκτονικής. Χωρίζουν ή συμπορεύονται όπου και όταν οι ίδιες θέλουν. Περνούν με την ίδια ευκολία, τόσο από τα ορατά πεδία της επιφάνειας, όσο και από τα αόρατα του υπεδάφους. Είναι σχεδόν αδύνατο να τις εμποδίσεις να φτάσουν στο μυαλό των ανθρώπων. Αντιθέτως, επιμένουν οι αθεόφοβες να υπάρχουν και -μερικές φορές- να αποκτούν ανέλπιστα, σάρκα και οστά, οπότε πια κρίνονται και αξιολογούνται επιτόπου του έργου. Και κάθε φορά που αυτό γίνεται, τότε έπεται συνέχεια.

T.M.

Το κείμενο είναι αδημοσίευτο.




[1] Μελετητές: Ν. Καζερος, Β. Μανιδάκη, Χ. Παρακεντέ, Ε. Τζιρτζιλάκη.

[2] Συγκρότημα κατοικιών στο Μεταξουργείο. Μελετητές: Γ. Δασκαλάκη, Γ. Παπαδόπουλος. Σύμβουλος Μελέτης: Τάσος Μπίρης