Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    Υποφωτισμένες (ή και κρυμμένες) όψεις του ιστορικού αρχιτεκτονικού μας τοπίου. “Η Υπόθεση της εξαφάνισης του Ιωάννη Δεσποτόπουλου”

    37.


    Υποφωτισμένες (ή και κρυμμένες) όψεις του ιστορικού αρχιτεκτονικού μας τοπίου.


    “Η Υπόθεση της εξαφάνισης του Ιωάννη Δεσποτόπουλου”


    (Παρουσιάστηκε στην επιστημονική Ημερίδα για το έργο του Ιωάννη Δεσποτόπουλου στις 20 Δεκεμβρίου 2014)



    despo

    Είναι νομίζω κατ’ αρχήν θετικό ότι η νεότερη γενιά αρχιτεκτόνων (ιστορικών και εφαρμογής) αρχίζει να φέρνει στο φως αθέατες μέχρι σήμερα πλευρές της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μας ιστορίας.

    Αμφισβητεί έτσι -άμεσα ή έμμεσα- “καθολικές αλήθειες”, δηλαδή “θεοποιήσεις” ή “δαιμονοποιήσεις”, “ιδεοληψίες”, “μυθοπλασίες” και “κενά”, που έθρεψαν τις παλαιότερες γενιές.

    Η ιστορία λοιπόν γράφεται, ξεγράφεται και ξαναγράφεται διαρκώς. Ας μην το ξεχνούμε αυτό, ιδιαιτέρως εμείς οι παλαιότεροι. Καθώς συχνά επιζητούμε την βολή μας, παραδομένοι στην κατεστημένη τάξη εφησυχαστικών, αλλά και παρωχημένων “βεβαιοτήτων”.

    Σε αυτή τη διαδικασία αδιάκοπης αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας, φαίνεται ότι συντονίζεται προς ένα κοινό στόχο η ταυτόχρονη προσπάθεια που εκδηλώνεται τελευταία από πολλούς νέους ερευνητές. (Πχ. μέσω νέων ιστορικών συγγραμμάτων, αρκετών εν εξελίξει διδακτορικών διατριβών, ή δράσεων όπως η παρούσα, στην οποία σήμερα συμμετέχουμε). Γιατί όλοι τους, με ποικίλες και ανεξάρτητες μεταξύ τους θεωρήσεις, επιχειρούν να γνωρίσουν και να φέρουν στο προσκήνιο τον ίδιο “Μεγάλο Άγνωστο” της πρόσφατης νεότερης ελληνικής αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας της: τον Ιωάννη Δεσποτόπουλο.

    Είναι εξαιρετικά περίεργο και άξιο διερεύνησης, το φαινόμενο να χρειάζεται, επιτέλουςσήμερα, να “ανακαλυφθεί” και να αναλυθεί (για πρώτη φορά με οργανωμένο τρόπο) μια τόσο σημαντική, διεθνούς τάξεως προσωπικότητα και το έργο της. Διότι εδώ δεν πρόκειται για ένα απλό περιστασιακό έλλειμμα γνώσης, σε αναφορά με μια ήδη εδραιωμένη ιστορική αξία.

    Αντιθέτως, πρόκειται για μια ανεξήγητη, σχεδόν ολοκληρωτική διαρκή σιωπή ή “κήρυξη σε άγνοια”, με την οποία αντιμετωπίσθηκε συλλογικά ο Δεσποτόπουλος, από την Πολιτεία, τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, αλλά και –ειδικά- από την αρχιτεκτονική κοινότητα, πρωτοστατούντων μάλιστα των Ταγών της.

    Εξ’ ου και δικαιολογείται ο κάπως μυστηριώδης τίτλος της διάλεξής μου: “Η Υπόθεση της εξαφάνισης του Ιωάννη Δεσποτόπουλου”, καλύπτοντας όλο το φάσμα, από την συμπτωματική, μέχρι την εκ προθέσεως έκφανσή της. “Εξαφάνιση” όμως που, λόγω της αξίας και εμβέλειας ενός τέτοιου αρχιτεκτονικού κεφαλαίου, πιστεύω οτι αποδυναμώνει συνολικά την αξιοπιστία των “επίσημων” ιστορικών καταγραφών για την νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική, όπως την κληροδότησαν οι παλαιότερες στις νεότερες γενιές του χώρου μας.

    Τέλος, “εξαφάνιση” που γεννά εύλογα την σκέψη, ενισχυμένη μάλιστα από συγκεκριμένα παραδείγματα και άλλων ανάλογων “εξαφανίσεων” (όπως εκείνη της εξέλιξης της δημόσιας πανεπιστημιακής αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης κατά τα τελευταία 40 χρόνια), ότι είναι μια κορυφαία και επομένως μη προσφερόμενη για αμφισβήτηση, περίπτωση ενός ενδημικού κοινωνικού μας προβλήματος. Μιας “κοινή συνεναίσει” επιλεκτικής αυτό-λογοκρισίας, για την οποία φαίνεται ότι προτιμούμε να μην ομιλούμε ποτέ.

    Γι’ αυτό και οι σποραδικές αποκαλύψεις των αποπροσανατολιστικών επιδράσεων της δεν μπορούν να αποκαλούνται “ψιλά γράμματα και πάμε γρήγορα παρακάτω”. Όπως παρατηρώ ότι αντιμετωπίζουν το θέμα όσοι (κυρίως παλαιότεροι) ήδη νιώθουν κάποια “μικρο-ενόχληση” από τις νέες ιστορικές έρευνες που επιχειρούν να αναδείξουν τις υποφωτισμένες (ή κρυμμένες) όψεις του αρχιτεκτονικού μας τοπίου.

    Αυτό το, επαναλαμβανόμενο μέσα στο χρόνο, φαινόμενο της ανεξήγητης συλλογικής σιωπής για πολλές πτυχές της αρχιτεκτονικής ιστορίας, θέλω λοιπόν κατ’ αρχήν κυρίως να αναδείξω εδώ. Και όχι να προτείνω (ή να ζητήσω από άλλους) ερμηνείες ή λύσεις, καθώς αυτό προϋποθέτει πολύ σκέψη και συζήτηση.

    Αναλόγως, δεν προτίθεμαι -τουλάχιστον αυτή τη στιγμή και σε τόσο μικρό χρόνο- να παρουσιάσω διεξοδικά την προσωπικότητα και το έργο του μεγάλου αυτού αρχιτέκτονα και δασκάλου, πράγμα που (ευτυχώς) είναι βέβαιο ότι οι άλλοι ομιλητές θα πράξουν. Ας μου επιτραπεί έτσι να επιμείνω σε δυο μόνο πεδία της δράσης του, που πιστεύω ότι αποκαλύπτουν τα σημάδια της αρνητικής συλλογικής κοινωνικής στάσης απέναντί του, η οποία και οδήγησε στην “εξαφάνισή” του. “Εξαφάνιση” που θυμίζει τον τρόπο που θαμπώνει και χάνεται από την οθόνη της τηλεόρασης ή εικόνα, ενώ την θέση της παίρνει το αφασικό “blank” ή το απειλητικό “μαύρο” της διακοπής του προγράμματος και η συνακόλουθη πλήρης “σιγή ασυρμάτου”. Λες και ο Δεσποτόπουλος δεν υπήρξε, ή ήταν ένα πλανόμενο φάντασμα!

    Στο γενικό πεδίο λοιπόν, θεωρώ ενδεικτική την -σχεδόν καθολική- σιωπή που καλύπτει μέχρι σήμερα το σύνολο του Μοντερνιστικού, αρχιτεκτονικού, διδακτικού, συγγραφικού, ακόμη και του πολύ προσωπικού εικαστικού έργου (στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό) αυτού του πρώτου Έλληνα μαθητή του Bauhaus.

    Και στο ειδικό πεδίο, θεωρώ εξίσου ενδεικτική την (αντιστρόφως ανάλογη προς την προηγούμενη σιωπή) εξαιρετικά κραυγαλέα συλλογική αντίδραση με την οποία εκφράσθηκε η ίδια απαξιωτική νοοτροπία, σε αναφορά με το κορυφαίο πόνημά του, το “Πνευματικό Κέντρο Αθήνας”. Μια φωτεινή, όπως πιστεύω, αρχιτεκτονική ιδέα η οποία, ως “επικίνδυνος”(!) για την επικράτειά μας διάττων αστέρας, πέρασε ξυστά από αυτήν χωρίς “ευτυχώς” (!!) να την αγγίξει, παρά μόνο πολύ να την φοβίσει. Και αφού η στιγμιαία λάμψη του χάθηκε, ησύχασε και η επικράτεια, παραδομένη στην συνηθισμένη συλλογική μεθεόρτια απάθεια και αδιαφορία της για όσα ακόμη πιο τραγικά συνέβησαν στη συνέχεια, στα οποία και θα επανέλθω σε λίγο.

    (Να όμως που σήμερα τα ίχνη του αστεροειδούς μας διδάσκουν! Όπως συμβαίνει με τα ψήγματα ανάλογων “περαστικών επισκεπτών”, τα οποία πέφτουν στη γη και ανακαλύπτονται πολύ αργότερα από νέους ερευνητές, όπως προσφάτως συμβαίνει, στην προσπάθειά τους να διδαχθούν από αυτά άγνωστες πτυχές της δημιουργίας του κόσμου).


    Ήταν λοιπόν από τη μια μεριά η συλλογική σιωπή, το υποδόριο διαβρωτικό μέσο για την εξαφάνιση του Δεσποτόπουλου. Και από την άλλη, ήταν μια -κατά περιόδους- παράλληλη εντονότατη (έως και άγρια) πολεμική εναντίον του.

    Πρώτα από την Πολιτεία, που για λόγους κοινωνικών φρονημάτων, ανέτρεψε την εκλογή του σε θέση καθηγητού των Συνθέσεων στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π., με αποτέλεσμα τον ηθελημένο εκπατρισμό του στη Σουηδία. Για να επιστρέψει από εκεί μετά από πολλά χρόνια, όταν έγινε επιτέλους παρέμβαση προς το Υπουργείο Παιδείας ομάδας προοδευτικών καθηγητών της Σχολής, με αποτέλεσμα να γίνει εντέλει η έγκριση της εκλογής του.

    Σημειώνω όμως οτι, εξίσου ισχυρός λόγος της επιστροφής του ήταν ο διακαής πόθος να υλοποιήσει το “έργο ζωής” του, το “Πνευματικό Κέντρο”, για το οποίο είχε εν τω μεταξύ βραβευθεί με πρώτο βραβείο στον σχετικό Πανελλήνιο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό Ιδεών το 1959.

    Έτσι, εις μεν τη Σχολή (και παρά την, εκτός αυτής, “σιωπή”) το δημοκρατικό φρόνιμα, η πνευματικότητα, η καλλιέργεια και η δομική συνδυαστική καθαρότητα του διδακτικού του λόγου, προσέδωσε σε αυτήν (και μάλιστα στον πυρήνα της, την Σύνθεση) ένα απολύτως νέο πρόσωπο όσον αφορά τα πεδία της ιδεολογίας, της μεθοδολογίας και του σχεδιαστικού ήθους. Ήταν όλα αυτά τα οποία η διδασκαλία του, ως παραπλήρωμα εκείνης του Πικιώνη, (με την οποία συλλειτούργησε ως μέρος μιας συζυγίας) εξέφρασε την ένωση του “Τοπικού Πνεύματος” της νεότερης ελληνικής αρχιτεκτονικής με εκείνο του “Διεθνούς και Εντόπιου Μοντερνισμού”. Και έτσι σημάδεψε βαθιά τις γενιές των νέων αρχιτεκτόνων της περίφημης δεκαετίας του ’60 (και φυσικά, όχι μόνο αυτούς).

    Και όμως, όλη αυτή η ανεκτίμητη διδακτική προσφορά περιέργως δεν έχει καταγραφεί ή προβληθεί παρά μόνο ελάχιστα. Αντιθέτως, η περίπτωση του “Πνευματικού Κέντρου” δεν ήταν σιωπηλή, αλλά -όπως ήδη ανέφερα- πολύ θορυβώδης μέσα στη δραματικότητα της. Γι’ αυτό ας μου επιτραπεί να επιμείνω σε αυτήν κάπως περισσότερο. (Φυσικά όχι τόσο, όσο διεξοδικά καταγράφεται στην παλαιά εξαιρετική σχετική έρευνα της ιστορικού Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ, όπου κάθε ενδιαφερόμενος και ενδιαφερόμενη μπορούν να ανατρέξουν).


    Συγκεκριμένα λοιπόν, να επισημάνω λίγα αλλά σημαντικά στοιχεία από όση -κυρίως βιωματική- γνώση απέκτησα για το θέμα αυτό, όπως το παρακολούθησα ο ίδιος να εξελίσσεται κατά στάδια (και ταυτοχρόνως να με επηρεάζει βαθιά ως δίδαγμα ζωής) από την περίοδο της προ-πανεπιστημιακής μου νεότητας, καθώς και αργότερα, ως μαθητής του δασκάλου μου μέχρι και σήμερα:

    Να πω καταρχήν, για την θλιβερή και άδικη διάψευση της βαθιάς προσδοκίας του να δει την βραβευμένη ιδέα του να πραγματοποιείται. Υπέστη δηλαδή και αυτός τον μόνιμο βασανισμό όσων αρχιτεκτόνων επιχειρούν να υπηρετήσουν συνειδητά την Δημόσια Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. (Βασανισμό, στον οποίο έχω ειδικότερα αναφερθεί σε ένα παλιότερο συλλογικό βιβλίο, το “Αρχιτεκτονική. Ιδέες που χάνονται, Ιδέες που συναντιούνται”, αφιερωμένο -ήδη από τότε- στον Ιωάννη Δεσποτόπουλο από μαθητές του και μαθητές μαθητών του.

    Να πω επίσης, για την κάθετη, απόλυτη εκ θεμελίων αντίθεση (ως εξειδικευμένη εκδοχή του γενικότερου αρνητικού πνεύματος που τον περιέβαλλε, όπως προηγουμένως επισημάνθηκε) που κορυφώθηκε απέναντι στην πρόταση του, κυρίως από το σύνολο του αρχιτεκτονικού χώρου και ακόμη περισσότερο από τα προβεβλημένα (και εν πολλοίς σεβαστά) μέλη του.

    Κάθετη αντίθεση που εξέφρασε και ο ευρύτερος κοινωνικός χώρος, προερχόμενη μάλιστα ισομερώς από όλο το πολιτικό φάσμα.

    (Προς ώρας θυμίζω μόνο ότι, για το διαχρονικό φαινόμενο τέτοιων “κάθετων αντιπαραθέσεων” ή “αδιαπραγμάτευτων συγκρούσεων” όλων εναντίον όλων – και γι’ αυτό άγονων- έχουμε συχνά μετανιώσει αργότερα, και μάλιστα πολύ πικρά σε αναφορά με πεδία ακόμα και πιο σοβαρά από την αρχιτεκτονική).

    Πιο ειδικά τώρα, σχετικά με τη συγκεκριμένη κριτική στην πρόταση Δεσποτόπουλου, να πω πρωτίστως για την συλλογική μας αδυναμία (ιδιαιτέρως των προβεβλημένων διαμορφωτών της κοινής γνώμης, ως “απόλυτων κατόχων της γνώσης”) να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε με ορθά και ενιαία κριτήρια τον ειδικό όρο “διαγωνισμός ιδεών”, σε σχέση με το γνωστό όρο “αρχιτεκτονικός διαγωνισμός προσχεδίων”, που είναι κάτι πολύ διαφορετικό. (Π.χ. τί είναι ο “αρχιτεκτονικός διαγωνισμός ιδεών”, πού στοχεύει, ποια η φύση και τα όρια του αντικειμένου του κλπ). Πρόκειται νομίζω για μια ειδική αδυναμία, αποτέλεσμα μιας άλλης γενικότερης, δηλαδή της μη κατανόησης αυτής καθεαυτής της διευρυμένης έννοιας “Ιδέα” (και μάλιστα νέα ιδέα ενός άλλου).

    Για τη “νέα ιδέα ενός άλλου” (δηλαδή του Δεσποτόπουλου) λοιπόν, ομιλώ εδώ. Η οποία – παρότι είναι το θεμελιώδες στοιχείο κάθε σύνθεσης- εντούτοις θεωρείται συχνά από εμάς (ιδίως όταν την κρίνουμε αρχικά) ως “προσωπική απειλή”. Έτσι, ερεθίζει τα συλλογικά φοβικά μας σύνδρομα και γι’ αυτό πρέπει να χτυπηθεί αλύπητα “άμα τη εμφανίσει”(!) τόσο στην αρχιτεκτονική, όσο και σε πλείστα όσα -πέραν αυτής- δημιουργικά πεδία.

    Στην περίπτωση του Δεσποτόπουλου, πριν απ’ όλα δεν κατανοήθηκε η βασική ιδιότητα μιας ανοιχτής ιδέας όπως ήταν η δική του: Δηλαδή να μπορεί να μετασχηματισθεί και να αναπροσαρμοσθεί ως προς πολλά και ποικίλα νέα δεδομένα. Κυρίως, να μπορεί να εφαρμοστεί, είτε αμέσως εξ’ ολοκλήρου, είτε τμηματικά και σε διαφορετικά χρονικά στάδια, χωρίς να χάνει την ιδεολογική, αισθητική, υφολογική, λειτουργική και κατασκευαστική της ταυτότητα, δηλαδή το πνεύμα της.

    Πιστεύω οτι αυτός ο φόβος του –τάχα- εγκλωβισμού μας αμέσως και δια βίου σε τούτη την “ακατανόητη” σύνθεση, ήταν που προκάλεσε ίσως την γενικευμένη κατακραυγή εναντίον της. Φόβος που θα μπορούσε να εκλείψει μετά από την κατάλληλη επεξεργασία της σε δεύτερο στάδιο. Με μια όμως βασική προϋπόθεση: Ότι θα αφεθεί ο δημιουργός της, σε συνθήκες ήρεμης και πολιτισμένης επιστημονικής συνεργασίας με τους αρμόδιους φορείς, (και φυσικά με προσεκτική στάθμιση της ευρύτερης κοινωνικής κριτικής) να επιφέρει ο ίδιος τις αναγκαίες αναπροσαρμογές στην Ιδέα του, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει σε αυτή την επόμενη φάση και εντέλει σε εκείνη της υλοποίησης της.

    Κάτι τέτοιο όμως αποκλείσθηκε δυστυχώς εκ των πραγμάτων. Και τούτο γιατί υπερίσχυσε αμέσως η καθολική, κάθετη εφ’ όλης της ύλης, κοινωνική αντίδραση, με μορφή συλλογικού απαξιωτικού “μονολόγου”. Όχι όμως σε αναφορά με την ουσία της βραβευμένης Ιδέας, αλλά –κατά τη γνώμη μου- σε αναφορά με οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτήν. Όπως ήταν: Η ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. Ή η υποτιθέμενη ακαταλληλότητά του (εγκεκριμένου από την Πολιτεία) οικοπέδου. Ή ο ίδιος ο θεσμός των “Πολιτιστικών Κέντρων” εν γένει. Ή συλλήβδην το εγκεκριμένο κτιριολογικό πρόγραμμα. Λες και για όλα αυτά ήταν υπεύθυνος ο αρχιτέκτονας.

    Επιπλέον, αυτός έγινε αποδέκτης δημόσια διατυπωμένων προσβλητικών ή χλευαστικών χαρακτηρισμών. Δηλαδή ότι ήταν : “μεγαλομανής”. Ή “πρόσωπο που κακουργεί με τέλεια ανικανότητα και αμοραλισμό”. Ή “βερμπαλιστής απατεώνας”, και άλλα παρόμοια. (Σημειώνω οτι όλα αυτά τα απίστευτα έχουν γραφτεί σε έγκριτα περιοδικά αρχιτεκτονικής και τέχνης!).

    Ενώ η ιδέα του στιγματίσθηκε ως “νεοπλουτικό απόστημα”. Ή ως “καταστροφική”. Ή ως σύνθεση “κτιρίων κολοσσών”. Ή ως σύνθεση “μεγαθηρίων”. Ή ως “κτιριακό σύμφυρμα”. Ή ως “νέος Παρθενώνας”.

    Τα παραπάνω (μεταξύ τους αντικρουόμενα αλλά και συνδυαζόμενα) δεν συνιστούσαν φυσικά γόνιμη δημόσια κριτική, αλλά άγονη συλλογική εμμονή στο να μην υλοποιηθεί ποτέ το έργο. Παρότι ο Δεσποτόπουλος πραγματοποίησε τελικά (σε φάση προμελέτης) την γνωστή εξαιρετική αναπροσαρμοσμένη εκδοχή της αρχικής του ιδέας. Η οποία όμως ποτέ δεν προχώρησε στα επόμενα στάδια, εκτός από την περίπτωση του Ωδείου, το οποίο και υλοποιήθηκε πολύ αργότερα. Και που -έστω και ως μοναχικό “απόκομμα” της συνολικής σύνθεσης- θεωρείται σήμερα (ορθώς) από πολλούς ως παραδειγματική εφαρμογή του “Ύστερου Ελληνικού Μοντερνισμού”.

    Με εκείνα και με τα άλλα, η “πρόταση Δεσποτόπουλου” πήγε χαμένη. Και έτσι ήταν ένα πολύ βασικό βήμα στη μακρά διαδικασία εξαφάνισης του δημιουργού της.

    Όμως, το πιο ενδεικτικό αρνητικό χαρακτηριστικό αυτής της αδιέξοδης, “ηρωικής μάχης κατά του Πνευματικού Κέντρου”, ήταν οτι ακολούθησε στη συνέχεια, με πρωταγωνιστή πια την Πολιτεία, η οποία συνήθως είναι η κερδισμένη από τέτοιου είδους “κάθετες και αδιαπραγμάτευτες αντιθέσεις” μεταξύ μας. Συγκεκριμένα, εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία ώστε, ως “αρωγός” των διαμαρτυρομένων, να συμβάλλει για την έξοδο από το “αδιέξοδο”. Έτσι, απέκτησε την πρωτοβουλία των κινήσεων για να κάνει τα γνωστά “δικά της”.

    Προκήρυξε δηλαδή νέο διαγωνισμό (που μάλιστα είχε ευρύτατη συμμετοχή αρχιτεκτόνων!) ο οποίος, όμως, όπως και ο πρώτος, δεν πέρασε ποτέ στην υλοποίηση. Και μετά, αφού τάχα είχε εξαντλήσει τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις της απέναντι στον νόμο “περί δημοσίων έργων”, προχώρησε σε τεμαχισμό του αντικειμένου σε ανεξάρτητες και ασύνδετες επιλεγμένες κτιριακές ενότητες, καταλήγοντας σταδιακά σε κάποιες -επίσης επιλεγμένες- απευθείας αναθέσεις των μελετών τους. Κάτι που ήταν ίσως ο αρχικός κρυφός στόχος της, όπως συνήθως συμβαίνει. Τέλος δε, σε πρόσφορες περιστάσεις μέσα στο χρόνο, πραγματοποίησε και ορισμένα από τα κτίρια αυτά, ως ένα δειγματολόγιο αρχιτεκτονικών χωρίς οποιαδήποτε κοινή συνθετική διάρθρωση.

    Είναι επίσης εξαιρετικά χαρακτηριστικό το εξής: Ότι σε όλη τη διάρκεια της θλιβερής αυτής εξέλιξης (μετά από την απόρριψη της “επικίνδυνης πρότασης Δεσποτόπουλου” μέχρι και σήμερα) δεν υπήρξε από τους -τέως- κοπτόμενους για την σωτηρία της Πόλης (ίσως και της Πατρίδας) παρά μόνο σιωπή, αδιαφορία και πλήρης αμνησία. Παρότι πια διαθέταμε (στην ίδια ακριβώς θέση επί της Λ. Βασιλίσσης Σοφίας) αδιάψευστο μέτρο σύγκρισης ανάμεσα στο τι τελικά αποκτήσαμε (για παράδειγμα, το γνωστό “Πολεμικό Μουσείο” και τη “Μαύρη Τρύπα” ενός υπόγειου χώρου στάθμευσης) και στο τι θα μπορούσαμε να είχαμε αποκτήσει. Δηλαδή, μια εμβληματική, μοναδική ως προς το αρχιτεκτονικό ήθος της, παραδειγματική υλοποιημένη αστική σύνθεση, γέννημα του τόπου, στα μέτρα του ίδιου αλλά και του διεθνούς χώρου. Την οποία σήμερα ανακαλύπτουμε ως ξαφνιασμένοι θαυμαστές της, ανασύροντας την από την ιστορική της κρύπτη.

    (Έτσι, για να βασανίζονται, όχι φυσικά όσοι ξεχνούν ανέμελα, αλλά όσοι αυτό- βασανίζονται γιατί θυμούνται, καθώς και εκείνοι που ψάχνουν για να μάθουν).

    Γι’ αυτό, σήμερα που οι νεότερες γενιές ερευνούν το λησμονημένο ή χαμένο ιστορικό παρελθόν, χρειάζεται προσοχή στην ιεράρχηση των διαπιστώσεων τους αναφορικά με το ποιες τίθενται πρώτες και ποιες ακολουθούν μετά, αλλά και ποια σημασία προσδίδεται σε καθεμία.

    Σε σχέση με τα παραπάνω, να πω λοιπόν τούτο:

    Πιστεύω ότι, ως παράδειγμα “προς γνώση, ανάλυση και πιθανή αλλαγή νοοτροπίας”, η “Υπόθεση της εξαφάνισης του Ιωάννη Δεσποτόπουλου” και η εξέλιξή της μέσα στο χρόνο, μας θέτει πριν από όλα μπροστά σε ουσιώδη, ηθικής τάξεως κοινωνικά προβλήματα του αρχιτεκτονικού χώρου και της ιστορίας του. Προβλήματα τα οποία χρειάζεται -παρά την σιωπή που επιμένει να τα περιβάλλει- να προσπαθήσουμε επιτέλους να τα επισημάνουμε, να τα συνειδητοποιήσουμε και -ενδεχομένως- να επιχειρήσουμε σταδιακά να τα εξαλείψουμε. Θεωρημένα υπό την έννοια αυτή μάλιστα, νομίζω ότι υπερβαίνουν το συγκεκριμένο, συναισθηματικά φορτισμένο προσωπικό θέμα, και στοιχειοθετούν μια συλλογικής σημασίας κακοδαιμονία, που αφορά το πώς γίνεται, αξιολογείται και καταγράφεται ιστορικά η σύγχρονη αρχιτεκτονική στον τόπο μας, κυρίως μάλιστα η δημόσια.

    Με το να περιοριζόμαστε λοιπόν –χωρίς παράλληλα να τεθούν στο τραπέζι και αυτά τα βασικά θέματα- αποκλειστικά σε αισθητικές και εννοιολογικές αναλύσεις του έργου και της διδασκαλίας του Δεσποτόπουλου, ερήμην του γενικότερου πλαισίου και των αιτίων της “εξαφάνισής” του, νομίζω ότι κινδυνεύουμε να μεταφέρουμε το θέμα σε άλλη βάση. Και εκεί, οι όποιες θετικές σκέψεις και ο θετικός λόγος μας μπορεί να λειτουργήσουν, ακόμη και ασυνείδητα, ίσως και παρελκυστικά ή αποενοχοποιητικά, σε αναφορά με τα παραπάνω. Λες και τίποτε απ’ όλα αυτά να μην συνέβη, ή να μην αφορά, τόσο εμάς τους ίδιους, όσο και την Ελληνική αρχιτεκτονική ως Επιστήμη και Τέχνη. Υπερβάλλοντας, θα ήταν σαν να έχει συντελεστεί μπρος στα μάτια μας ένα (έστω αρχιτεκτονικό) έγκλημα και να μας απασχολεί, όχι το έγκλημα, αλλά το εάν και πώς τα διασκορπισμένα μέλη του θύματος συναποτελούν μια άρτια (από άποψη ποιητική, αισθητική, δομική – ακόμη και μουσική) σύνθεση, μοντέρνου ή άλλου στυλ!

    Ας προσέξουν λοιπόν οι νέοι ερευνητές την αξιολογική σειρά των πραγμάτων, γιατί οι παλαιότερες γενιές έχουν ποικίλους τρόπους να διατηρούν εν ισχύ και να μεταδίδουν σε αυτούς την δική τους (εν πολλοίς στερεότυπη) θεώρηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ιστορία της. Ακόμη και όταν – τάχα ξαφνιασμένες “ευχάριστα” από τις έρευνες αυτές – αναγκάζονται να ξαναθυμηθούν ό,τι οι ίδιες εξαφάνισαν.


    Και ο Δεσποτόπουλος; Πώς αντέδρασε σε όλα αυτά ως άνθρωπος, ένας τόσο σημαντικός δημιουργός, τον οποίο η συλλογική ανασφάλεια, αντιδραστικότητα, αδιαφορία και αμνησία επιχείρησαν να εξαφανίσουν;

    Παρότι επανειλημμένα τον προκάλεσα (φέρνοντας τη συζήτηση στο συγκεκριμένο θέμα) δεν τον άκουσα ποτέ να παραπονιέται ή να μνησικακεί, ή να έρχεται και να ξανάρχεται στην “υπόθεσή” του.

    Δομικός διανοητής και συνθέτης, συνειδητός αριστερός διεθνούς εμβέλειας (διαπνεόμενος και από μια φυσική αρχοντιά, ανεξάρτητη από ταξικά ή πολιτικά πρόσημα) χαμογελούσε σιωπηλός, αλλά και αινιγματικός. Δεν είπε ποτέ απαξιωτικά (ως Elite εκ Σουηδίας) “…αυτό είναι το χάλι μας στην Ελλάδα”. Αλλά ούτε και κλάφτηκε ότι “…εδώ αυτοί μου έκλεψαν τα όνειρά μου”.

    Εντούτοις, ελάχιστες μέρες πριν το θάνατό του, κατά την τελευταία μου επίσκεψη στο νοσοκομείο (και ενώ ήταν πια σε λήθαργο) τον ακούσαμε μαζί με τη γυναίκα του να ψιθυρίζει, ξυπνώντας ξαφνικά “… πρέπει να δούμε τί θα κάνουμε με το “Πνευματικό Κέντρο”. Και μετά ξαναήρθε ο λήθαργος….

    Το συγκεκριμένο έργο ήταν λοιπόν η διαρκής μεγάλη χαρά, έγνοια και οδύνη του, μέχρι τέλους.

    Έφυγα από το δωμάτιο σκεφτικός, αλλά κυρίως οργισμένος, έχοντας στο νου τις απέριττες λευκές μακέτες του έργου αυτού. Του μόνου σχεδόν που κοσμούσε το γραφείο με την χάλκινη επιγραφή “Jan Déspo” στην εξώθυρα. Ήταν ίσως τα “ιερά σκεύη” μιας δικής του σιωπηλής καθημερινής τελετουργίας ή “ευχής”, για την υλοποίηση αυτής της ανεπανάληπτης αρχαϊκής μοντερνιστικής σύνθεσης. Κάτι που δεν έγινε ποτέ. Και το ξαναλέω: εξακολουθώ επί χρόνια να σκέφτομαι όλα αυτά με καθαρή, ανόθευτη, ψύχραιμη οργή. Όχι με λύπη. Και έτσι τα μεταφέρω σε εσάς.


    Τάσος Μπίρης

    20-12-2014