Το άγχος της πρωτοπορίας (εν μέσω κρίσεως)

25.


Το άγχος της πρωτοπορίας (εν μέσω κρίσεως)


(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ειδικό -επ’ ευκαιρία της “Bienalle Αρχιτεκτονικής” της Βενετίας- τεύχος/αφιέρωμα του αρχιτεκτονικού περιοδικού “Ελληνικές Κατασκευές” Νο 150 / Σεπτέμβριος 2010)


Πρωτοπορία. Έννοια πολλά υποσχόμενη, αλλά και πολύ ταλαιπωρημένη. Πάντως σχεδόν αυτονόητα θεωρείται ότι “οδηγεί προς τα εμπρός”. Εξ’ αντιδιαστολής, μια “οπισθοδρομική πρωτοπορία” (!) μάλλον θα αποτελούσε σχήμα οξύμωρο. Τι γίνεται όμως όταν η προηγούμενη πρωτοπορία έχει οδηγήσει σε γκρεμό;

Τότε, εάν η επόμενη κινηθεί μπροστά (όπως απαιτεί το στερεότυπο) έπεται καταστροφή.

Επίσης, άλλο είναι να σε αποκαλέσει πρωτοπόρο η Ιστορία (ιδιαιτέρως μάλιστα όταν έχεις βασανισθεί πολύ για τις ιδέες σου) και άλλο να αυτοαποκαλείσαι έτσι μόνος σου, υιοθετώντας, χωρίς ρίσκο την εκάστοτε μόδα.

Ποιο μπορεί να είναι το ουσιαστικό νόημα μιας νέας αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας, ενώ συνεχίζεται η μεγάλη οικονομική (αλλά και βαθύτατα κοινωνική) διεθνής οικονομική κρίση; (Και μάλιστα, σε αναφορά με την χώρα μας, αυτή την μικρή κουκκίδα στην περιφέρεια του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού χάρτη).

Ωστόσο, στις κεντρικές μητροπόλεις της επικράτειάς του χάρτη αυτού λειτουργούν ήδη μηχανισμοί για σχετικά σύντομο ξεπέρασμα του προβλήματος. Έτσι ενδέχεται σε λίγο να ξαναδούμε εκεί υπερφίαλη, πανάκριβη μορφοπλασία και στιλάτο υπερσχεδιασμό, ως νέα “πρωτοπορία”.

Εδώ όμως;

Να που η έννοια ”τόπος” ίσως ξαναποκτήσει εδώ, εξ’ ανάγκης, τη χαμένη ειδική σημασία της για την ζωή και την αρχιτεκτονική μας. Γιατί τα τελευταία χρόνια οι εντολείς του Υλιστικού Εκσυγχρονισμού της Παγκοσμιοποίησης είχαν καταστήσει παντού, ακόμη και την εκφορά της λέξης “τόπος” άτοπη. Έτσι, ως εύπιστοι “κατόπιν εορτής πρωτοπόροι”, πεισθήκαμε να συμμετέχουμε και εμείς τα τελευταία 40 χρόνια στο διεθνές αρχιτεκτονικό “πρωτάθλημα”, παίζοντας σε ξένο γήπεδο και με όρους ασύμφορους που δεν μας ταιριάζουν.

Για αυτό νομίζω ότι η δική μας κρίση δεν θα τελειώσει εύκολα. Και μακάρι να διαψευσθώ.

Πάντως, τούτο καθόλου δεν συνεπάγεται το ότι όλα χάθηκαν και δεν μένει παρά η απραξία και η γκρίνια. Με δεδομένα όμως τα πράγματα ως έχουν, πριν καν τεθεί σε μας θέμα οποιασδήποτε πρωτοπορίας, είναι ίσως χρήσιμο να γίνουν απλές δομικές σκέψεις για αλλαγές. Κυρίως όσον αφορά τη γενικότερη αντίληψη περί του τι μπορεί ή πρέπει να είναι, και σε τι να αποσκοπεί η μελλοντική αρχιτεκτονική. Αλλαγές εφικτές, συμβατές με το ζωντανό πραγματικό “πνεύμα του τόπου”, χωρίς να αποκλείεται και η υπέρβασή του. Του πνεύματος ενός τοπίου ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ βολικός και εύκολος. Δεν έζησε ούτε δημιούργησε (και δημιούργησε πολλά) από το πλεόνασμα χρήματος και μέσων, αλλά από το υστέρημά τους. Δεν είχε δηλαδή να δώσει παρά ψυχή, μυαλό και εργασία για να επιβιώσει. Και το έκανε.

Έτσι, ιδιαιτέρως σήμερα, ο δρόμος για καλύτερη ζωή και αρχιτεκτονική δεν μπορεί να οδηγεί ξανά στο “τίποτα”, ακατάσχετων κενολογιών ή ανερμάτιστων αισθητισμών. Ούτε στο ανέμελο “Άnything Goes” ή στον α-πολιτικό αντικοινωνικό εγωκεντρισμό και την προκλητική σπατάλη για χάρη άσκοπων εντυπωσιασμών.

Αντιθέτως, ο δρόμος μάλλον θα πρέπει να οδηγεί στην ενεργοποίηση μιας στοχευμένης κοινωνικής ανανεωτικής αρχιτεκτονικής, που να υπηρετεί και την Τέχνη, αλλά σε συνθήκες μέγιστης οικονομίας. Πολλά έχει να διδάξει περί αυτού η ιστορία μας που επίσης τα τελευταία χρόνια έχουμε παραχώσει στα αζήτητα. Εκεί παρατηρούμε ότι, όπως η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, έτσι και η σύγχρονη έντεχνη , δεν χρειάστηκε υποχρεωτικά τεράστιο κόστος για να αποδώσει Άξια έργα (με το μοναδικό νόημα που έδωσε σε αυτή την ειδική Αξιοσύνη ο Ελύτης).

• Για παράδειγμα, ο πρώιμος και ύστερος Ελληνικός Μοντερνισμός γέννησαν εξαιρετική αρχιτεκτονική με μεγάλη οικονομία και αφαίρεση. Χρησιμοποίησαν με έμπνευση, απλότητα και καθαρότητα τη δύναμη της ιδέας, της δομής και της μορφής. Αξιοποίησαν, την αισθητική της καλής αναλογίας, της εναλλαγής διαφάνειας και αδιαφάνειας, του πλήρους και κενού. Έδωσαν πνευματικό περιεχόμενο ακόμα και στα πιο απλά υλικά της βιομηχανίας ή της γειτονικής “μάντρας”.

• Ας τολμήσουμε λοιπόν ως -προσωρινώς μόνον- ”οπισθοδρομικοί πρωτοπόροι” να συνεχίσουμε από εκεί που η ιστορική εξέλιξη της νεότερης αρχιτεκτονικής μας (γερά ριζωμένη στον τόπο αλλά και στα -τότε- πιο σύγχρονα διεθνή ρεύματα) διεκόπη βιαίως από τη δικτατορία. Αλλά (ανοήτως) και από την μεταπολίτευση, που προτίμησε, αντί την εξέλιξη προς νέους δρόμους αυτού του πολύτιμου κεφαλαίου της, την μίμηση των καταναλωτικών προτύπων του μεταμοντερνισμού, κυρίαρχων έκτοτε στο διεθνές και τοπικό σκηνικό.

Αν αυτή η εξέλιξη και η “συνέχεια” είχε αφεθεί να λειτουργήσει, ίσως σήμερα να είχαμε πολύ στερεότερη υποδομή για νέους απρόβλεπτους αρχιτεκτονικούς προσανατολισμούς.

• Τέλος, αντί να προσπαθούμε εσπευσμένα να ξεχάσουμε ή να κρύψουμε τον (προ -κρίσεως) λαϊφ-σταϊλ εαυτό μας, μεταμφιέζοντάς τον εν μια νυκτί σε όψιμο ευαγγελιστή της κοινωνικής αρχιτεκτονικής, και μάλιστα ως “δοχείου ζωής”, προτιμότερο είναι -όπως έχω πολλές φορές ξαναγράψει- να κάνουμε και λίγη αυτοκριτική (έστω και κατά μόνας) :

Για τα όσα είπαμε και γράψαμε για την αρχιτεκτονική την προηγούμενη περίοδο.

Για το τί, πώς και πού χτίσαμε.

Για το τί διδάξαμε και σε ποια πρότυπα κατευθύναμε τη νέα γενιά.

Για το εάν και πόσο επίμονα υποστηρίξαμε ότι η αρχιτεκτονική είναι (ανάμεσα σε άλλα) και δημόσια, συλλογική κοινωνική δράση. Ότι αναφέρεται στην κοινωνία και κρίνεται από αυτήν.

Ή ότι είναι κλειστή προσωπική υπόθεση του αρχιτέκτονα με αποκλειστικό κριτήριο το ”γιατί όχι” και το “μου αρέσει – δεν μου αρέσει” των νευρώσεων και εμμονών του .

• Έτσι, όταν θα έχει καταβληθεί το απαραίτητο τίμημα (ο αναγκαίος δημιουργικός χρόνος) ίσως βρούμε δρόμους “καλών καγαθών” νέων αρχιτεκτονικών για το παρόν και το μέλλον.


• Και η πρωτοπορία ;

Νομίζω ότι όσο πιο τυραννικά προσπαθούμε -ως καταπιεστικοί εραστές- να την κατακτήσουμε, τόσο αυτή θα δραπετεύει για αλλού. Θα εγκαθίσταται οικειοθελώς εκεί που λες, ποτέ δεν αναζητήθηκε. Εκεί όπου η ψυχή και το μυαλό του δημιουργού ήταν στην τέχνη του και όχι στις “πρωτιές”.

Κι αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.

T.M.