Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    «Τάσος Μπίρης, προσωπικώς»

    39.


    «Τάσος Μπίρης, προσωπικώς»



    PowerPoint Presentation

    Ι. Από το «Εν πτήσει» στο «Εν προσγειώσει»:

    Η πρόσκληση από το ΕΙΑ για συμμετοχή στον κύκλο: «Διαλέξεων Ελλήνων Αρχιτεκτόνων».


    Όλα λοιπόν εξελίσσονταν «σύμφωνα με το πρόγραμμα». Καθώς -αν και συνταξιούχος- βρισκόμουν από καιρό «εν πτήσει», όπως εξηγώ στο ομότιτλο βιβλίο που γράψαμε με τον Τάκη Κουμπή. Το πρόγραμμα όμως άλλαξε, όταν –ξαφνικά- άρχισε να αναβοσβήνει το ειδικό λαμπάκι στο καντράν πλοήγησης. Ήταν το σήμα για άμεση επικοινωνία με τον «πύργο ελέγχου» (δηλαδή το «ΕΙΑ»). Έτσι, διακόπηκε η μακρόχρονη «σιγή ασύρματου» που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε μεσολαβήσει μεταξύ μας. Κάτι που φυσικά είχε την (πολύ ευχάριστη) σημασία του.

    Ίσως λοιπόν να οφείλεται στο «εν πτήσει» του συγκεκριμένου βιβλίου, ότι η πρόσκληση αυτή με έκανε να ξαναφέρω στο μυαλό μου τον δίσκο του David Bowie «Space Oddity» (δηλαδή, «Διαστημική Ιδιορρυθμία») των πρώτων μετα-φοιτητικών μου χρόνων.

    Θυμίζω οτι στα lyrics του τραγουδιού αυτού, αναπτύσσεται ένας ηλεκτρονικός διάλογος μεταξύ του επίγειου «Ground Control» (στην περίπτωση μας – όπως είπα- του Ε.Ι.Α.) και του αστροναύτη «Major Tom» που βρίσκεται σε τροχιά. Και τούτο, προκειμένου αυτός να κάνει μια προσωπική – εκτός κάψουλας – δοκιμαστική διαδρομή στο διάστημα. Ο «Major Tom» λοιπόν κάνει την έξοδο του. Και έκτοτε η τύχη του αγνοείται, καθώς το αινιγματικό αφήγημα δεν ξεκαθαρίζει εάν επέστρεψε στη γη ή εξακολουθεί την μοναχική του αιώρηση καταμεσής του σύμπαντος.

    Βεβαίως στην δική μου περίπτωση (αντιθέτως από εκείνη του «Major Tom»), τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Γιατί, όπως βλέπετε, προσγειώθηκα σώος, αβλαβής, και ευχαριστημένος, σε γνώριμα εδάφη, στην «Αίθουσα Αντώνη Τρίτση» και –κυρίως– ανάμεσα σε γνώριμα ή και άγνωστα (αλλά πάντως πολύ συμπαθή) πρόσωπα.

    Και επειδή συνηθίζεται τελευταία οι αρχιτεκτονικές παρουσιάσεις να τελειώνουν με κατάλληλη απαλή μουσική (κυρίως κλασσική), ας μου επιτραπεί να πράξω και εγώ αναλόγως, αλλά λίγο διαφορετικά, και μάλιστα στην αρχή της ομιλίας μου.
    (Και τούτο, όπως καταλαβαίνετε για να μην φανεί οτι δεν ακολουθώ την επικαιρότητα!)
    Ακούστε λοιπόν τις πρώτες στροφές αυτής της -σήμερα κάπως ξεχασμένης- ιδιοφυούς Rock μουσικής σύνθεσης του Bowie, η οποία είχε πρωτοπαρουσιασθεί εννέα ημέρες πριν την πτήση του «Apollo – 11» στη σελήνη, το 1969. (Προσέξτε παρακαλώ τα λόγια, εάν φυσικά μπορείτε να τα διακρίνετε).

    (Μουσική)

    Τώρα, όμως, ας μιλήσουμε επί της ουσίας, αφήνοντας στην πάντα τους (καθιερωμένους πια) μουσικούς παραλληλισμούς, εκτός από έναν τελευταίο.

    Αναφέρομαι σε μια πολύ σημαντική ιδιορρυθμία που είχε η πρόταση του Ινστιτούτου. Δηλαδή, να παρουσιάσω εδώ (ίσως για πρώτη φορά) με ένα – κατά το δυνατόν – προσωπικό τρόπο, στοιχεία του κοινού έργου μας με τον Δημήτρη Μπίρη.
    Σε αυτή την ειδική προτροπή (αλλά και πρόκληση) για μια – έστω και πρόσκαιρη – έξοδο από την προστατευτική «κάψουλα» της ομάδας μας, θα προσπαθήσω εδώ να ανταποκριθώ. Γιατί θεωρώ ότι – ενδεχομένως – αυτή η αυτονόμησή μου θα μπορούσε να έχει κάποια χρησιμότητα.

    Αφενός, γιατί έτσι ίσως θα μπορέσω να φωτίσω ένα συμπληρωματικό δρόμο ανάγνωσης αυτού του έργου. (Έργο ήδη γνωστό, μετά από επανειλημμένες προηγούμενες παρουσιάσεις, πάντα όμως –και πολύ ορθώς- ως εξ αδιαιρέτου ομαδική αρχιτεκτονική δράση, ακόμη και μετά τον αδόκητο θάνατο του αδελφού μου, το 2002, και την συμπόρευσή μου πια από τότε με τη Σοφία Τσιράκη).

    Και αφετέρου, γιατί μέσω αυτού του «συμπληρωματικού δρόμου», ίσως φανεί ο τρόπος με τον οποίο συν-λειτουργήσαμε με τον Δημήτρη, ως άτομα και ως ομάδα.

    Γιατί είναι νομίζω αναγκαίο, να τονισθεί (ιδιαιτέρως προς νεότερους και νεότερες συναδέλφους) η σημασία της ομαδικής δουλειάς, που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, λόγω της μεγάλης κρίσης που βιώνουμε. Καθώς επίσης να εξηγηθεί ότι η συνεργασία στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας δεν σημαίνει αναγκαστική απώλεια της ατομικότητας των μελών της ομάδας. Όπως δεν σημαίνει και το αντίστροφο.

    Ώστε με αυτή τη «χρησιμότητά» της (πάντα σε αναφορά με την αρχιτεκτονική), η – κυρίως βιωματική – αφήγησή μου να αποφύγει την παγίδα να εξελιχθεί σε εγωκεντρική αυτοαναφορικότητα ή σε γραφική νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος.


    ΙΙ. Πως γεννιέται μια αρχιτεκτονική ομάδα;
    Η δύσκολη εξισορρόπηση ατομικότητας και συλλογικότητας και η ανάγκη ενός πρωτογενούς πλαισίου κοινής ιδεολογικής αναφοράς.


    Μιλώντας γενικά, να πω ότι κατά τα – περίπου – 40 χρόνια εφαρμογής και διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής (αλλά και πριν από αυτά, ως σπουδαστής), είδα ο ίδιος να γεννιούνται και να λειτουργούν τέτοιες επαγγελματικές ομάδες στον ελληνικό χώρο. Τις γνώρισα και δούλεψα σε κάποιες από αυτές. (π.χ. το γραφείο των Δημήτρη Κονταργύρη, Αντώνη Λαμπάκι, Νίκου Δεσύλλα, Παύλου Λουκάκη). Εννοώ, δηλαδή, τις ομάδες των νέων αυτοδημιούργητων αρχιτεκτόνων που -κατά τη δεκαετία του ’60– διαδέχτηκαν με την καταπληκτική δουλειά τους, πολύ γνωστά παραδοσιακά προσωποπαγή σχήματα που είχαν προηγηθεί. Αυτά τα νέα γραφεία, λοιπόν, έγιναν τα πρότυπα μου κατά τα φοιτητικά μου χρόνια, τόσο όσον αφορά τη δομή τους, όσο και το εξαιρετικό έργο τους.

    Πιστεύω ότι, πολύ σημαντικό ρόλο στην δημιουργία αυτής της συλλογικής νοοτροπίας, με βάση την οποία δραστηριοποιήθηκαν αυτές οι –νέου τύπου– αρχιτεκτονικές ομάδες, έπαιξε αρχικά η Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας, και στη συνέχεια εκείνη του Αριστοτέλειου της Θεσσαλονίκης. (Νοοτροπία που νομίζω, συνεχίζουν και τα νεοσύστατα περιφερειακά Αρχιτεκτονικά Τμήματα).

    Ενόσω μάλιστα, το κυρίαρχο διεθνές πρότυπο αρχιτεκτονικής «συνεργασίας» στο επάγγελμα ήταν (και παραμένει) το γνωστό πολυμελές υπέρ- οργανωτικό σχήμα, με την αυστηρά ιεραρχική δομή. (Αρχίζοντας από τον «Master Chief», τους «Project–Managers», τα «Think–Tanks» και –τελειώνοντας– στους εξειδικευμένους κατώτερους υπαλλήλους).
    Γι’ αυτό είναι νομίζω κεφαλαιώδες, οι νέες γενιές αρχιτεκτόνων να εξακολουθήσουν να βιώνουν ως συλλογικότητες, χωρίς ελιτισμούς και διαχωρισμούς, την καθημερινότητα των Σχολών τους κατά τη διάρκεια των σπουδών, ως αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ζωής τους.

    Όσον αφορά τώρα την εξέλιξη μου, ειδικά κατά το διάστημα που προηγήθηκε των σπουδών μου, πρέπει να παραδεχτώ ότι το ενδιαφέρον μου για την αρχιτεκτονική γεννήθηκε αρκετά αργά. (Όπως αντιλαμβάνεστε, μιλώ εδώ για απλό «ενδιαφέρον», τουλάχιστον στην αρχή αυτής της περιόδου. Γιατί τα περί «πίστεως» σε αυτήν και άλλα τέτοια βαρύγδουπα, ούτε που τα σκεφτόμουν). Βλέπετε, έως ότου έγινα περίπου 16 χρόνων, είχα μανία με άλλες δραστηριότητες. Όπως για παράδειγμα τη συμμετοχή μου αρχικά σε σχολική ομάδα ποδοσφαίρου (αλλά και – κρυφά – σε μια ακόμη, τρίτης κατηγορίας – τον περίφημο «Κένταυρο») με την οποία έκαναν «προπόνηση» – χάρην διασκέδασης – ορισμένες κανονικές ομάδες, όπως η βοηθητική του «Πανιωνίου»! Επίσης, λίγο αργότερα συμμετείχα σε ένα φοιτητικό μουσικό γκρουπάκι, ως κιθαρίστας (τρόπος του λέγειν).
    Έχει όμως ειδική σημασία, ότι αυτή η φυσική ροπή μου για ένταξη σε συλλογικά σχήματα υπήρξε συνεχής από τότε μέχρι σήμερα.

    Βεβαίως, η επαφή μου με το -τόσο κοντινό σε εμάς- προσωπικό αρχιτεκτονικό γραφείο του Κυπριανού Μπίρη με βοήθησε (ως προεφηβική –ακόμη- εμπειρία) να κάνω τα πρώτα φοιτητικά μου θέματα, με ανέλπιστη σχεδιαστική ευκολία και τεχνική και αισθητική επάρκεια. Ωστόσο –και προσέξτε αυτό- την ουσιαστική και εις βάθος αυτοσυνειδητοποίηση μου σε αναφορά με το Όλον της αρχιτεκτονικής, άρχισα πραγματικά να την αισθάνομαι στο 2ο έτος των σπουδών, ως αποτέλεσμα της διδασκαλίας, των ασκήσεων εφαρμογής και – κυρίως – μέσα από την συνεχή και πολύ κοντινή επαφή μου με τους συμφοιτητές και τις συμφοιτήτριες μου.

    Όμως πρέπει να τονίσω οτι αυτή η αυτοσυνειδητοποίηση δεν ήταν για μένα «περίπατος», αλλά δοκιμασία υπό συνεχή ένταση, που είχε συχνά και τις οδυνηρές πλευρές της.

    Έτσι, αρκετά αργότερα και με βάση αυτό το πολύ βασικό προσωπικό κεκτημένο (έχοντας δηλαδή σταθεί κάπως στα δικά μου πόδια), μπόρεσε η εμπειρία από το γραφείο του πατέρα μας, που είχε προηγηθεί, να βρει τη θέση και την χρησιμότητα της ως αναπόσπαστο ανεκτίμητο μέρος αυτού του κεκτημένου.


    ΙΙΙ. Το βίωμα ως ατομική και συλλογική εμπειρία και γνώση που (υπό προϋποθέσεις) οδηγεί στην αρχιτεκτονική.


    Πρέπει επίσης να παραδεχτώ ότι, τόσο ο αδερφός μου όσο και εγώ, υπήρξαμε – νομίζω – διπλά τυχεροί. Γιατί, αφενός –όπως ήδη είπα- βιώσαμε έντονα τη Σχολή μας, ως χώρο ευρύτερων –ακόμη και πέραν της αρχιτεκτονικής– κοινωνικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών δράσεων.

    Και αφετέρου, γιατί πολύ πριν από αυτές τις εξαιρετικά αναγκαίες σπουδαστικές εμπειρίες, είχαμε την τύχη να εισαχθούμε από τους γονείς μας– ως μικρά παιδιά ακόμη – σε ένα ειδικό πνεύμα αντίληψης της ζωής, το οποίο διατηρήσαμε μέσα μας, με τη θέληση μας, ως σταθερή ρυθμιστική αξία στο πέρασμα του χρόνου.
    Να επισημάνω ότι ο πατέρας μας είχε δυνατή αρβανίτικη ρίζα (με ότι αυτό σημαίνει!!) από τον δικό του Καρύστιο πατέρα, που υπήρξε αρχικά εξαίρετος επιπλοποιός και αργότερα κατασκευαστής μικρών κτιριακών έργων στην Χαλκίδα. Ενώ η μητέρα μας ήταν κόρη επιτυχημένου Αθηναίου έμπορου, προερχομένου από την ορεινή Αρκαδία. Απρόβλεπτος στις διακυμάνσεις του συναισθηματισμού του, υπερδραστήριος, διανοούμενος, αλλά και με εξαιρετικές τεχνικές και καλλιτεχνικές ικανότητες, ο ένας. Φύση ορθολογική, μετρημένη, σταθερή και ειλικρινής (μέχρι «τελικής πτώσεως») η άλλη.

    Και έτσι, ως αλληλοσυμπληρούμενα μέλη μιας «αντίρροπης συζυγίας», συνέπραξαν οι γονείς μας, ώστε να περάσει και σε εμάς αυτός ο ενωτικός (παρά τις όποιες διαφορές μας) τρόπος αντίληψης της ζωής. Ο οποίος μετασχηματίστηκε αργότερα σε -ανάλογης ιδιομορφίας- ομαδικό τρόπο αντίληψης και άσκησης της αρχιτεκτονικής.
    Μέσω αυτής της διαρκούς προσπάθειας για σύνθεση «θέσεων» και «αντιθέσεων», ευτυχήσαμε –νομίζω- να συνεργασθούμε παραγωγικά με τον αδερφό μου ως άτομα και συλλογικότητα. Δεν ήταν βέβαια τρόπος εύκολος ή πάντα επιτυχής, όπως εκείνος της «σίγουρης μέσης λύσης». Ήταν όμως τρόπος ζωντανός και μερικές φορές ακόμα και συναρπαστικός. Παρότι, όπως έδειξαν τα πράγματα, τόσο οι γονείς μας, όσο και ο αδελφός μου και η αφεντιά μου, δεν υπήρξαμε – νομίζω – εύκολα διαχειρίσιμες, πειθήνιες ή φοβικές οντότητες. Και όμως, με την συνθετική αυτή νοοτροπία συμβιώσαμε με αγάπη και αλληλοσεβασμό.

    Μια τουλάχιστον ένδειξη αυτής της αγαθής συμβίωσης (τολμώ να πω και εξ’ ονόματος του αδελφού μου) είναι ότι τα γνωστά «πατροκτονικά», «μητροκτονικά» ή «αδελφοκτονικά» ανταγωνιστικά σύνδρομα δεν τα νοιώσαμε ποτέ. Και τούτο ισχύει και σε αναφορά με τα πρόσωπα που στην ζωή μάς δίδαξαν το καλό-καγαθό, ώστε και εμείς να γίνουμε κάτι. Γι’ αυτό οι προσωπικότητες αυτές ήταν (και παραμένουν διαρκώς) για εμάς, αγαπητά και σεβαστά σημεία αναφοράς. Κάτι που συνηθίζουμε να επαναλαμβάνουμε σε όλες τις παρουσιάσεις του ατομικού και συλλογικού έργου μας.
    Με αυτό το πνεύμα λοιπόν θα επιχειρήσω να περιγράψω μερικές μόνο (για να μην σας κουράσω) αλλά ενδεικτικές διδακτικές εμπειρίες. Εμπειρίες κοινές με τον αδελφό μου, αλλά και προσωπικές δικές μου, πότε με τον πατέρα και πότε με την μητέρα μας.

    Ένας πραγματικός – με την ευρεία έννοια – δάσκαλος ήταν ο Κυπριανός. Δάσκαλος «παντός καιρού», και για «πάσαν ηλικία». Δάσκαλος για τη ζωή, αλλά και για ποικίλες δημιουργικές δράσεις, που δίνουν σ’ αυτήν νόημα και αξία. Ανάμεσα σ’ αυτές έβρισκε τη θέση της (όταν χρειαζόταν) και η αρχιτεκτονική. Μάλιστα την έβρισκε – ιδιαιτέρως στην αρχή – έμμεσα, με μέτρο, με ορθό λόγο (απαλλαγμένο από καταπιεστικό «διδακτισμό») διά του παραδείγματος και του αισθήματος, ως μέρος ενός Όλου, που είναι η ίδια η ζωή.

    Τον θυμάμαι λοιπόν – όπως έχω ξαναγράψει –να κάθεται ανάμεσα στα δύο παιδικά κρεβάτια μας (ενώ είμαστε ήδη χωμένοι στις κουβέρτες μας) και να μας λέει ιστορίες και περιγραφές που μετά παίρναμε μαζί μας στον ύπνο μας. Ήταν περιγραφές, όχι ευθέως και μονοσήμαντα αρχιτεκτονικές, αλλά πολύ γενικότερες: Για το πώς παράγεται η ξυλεία από το δέντρο και μεταμορφώνεται σιγά-σιγά σε έπιπλο, σε σπίτι, σε βιβλίο. Για το πώς βγάζουν οι λατόμοι την πέτρα από το νταμάρι. Πώς τη σπάνε. Πως φτιάχνουν με αυτήν οι χτιστάδες σπίτια και μάντρες. Για το πώς βγαίνει από τις φοβερές στοές των ορυχείων το μετάλλευμα. Πώς λιώνει στο καμίνι το μέταλλο. Πώς παίρνει μορφή στο καλούπι. Για το πώς σχεδιάζονται και χτίζονται τα νέα σπίτια. Οτι είναι καλό, η νέα αρχιτεκτονική – όπως και οι άνθρωποι – να δείχνει αυτό που είναι, χωρίς ψεύτικες επικαλύψεις και περιττό πάχος, όπως τα καλογυμνασμένα γυμνά σώματα αρχαίων μαρμάρινων αγαλμάτων.

    Πιστεύω ότι εκείνες τις ώρες, με την σκέψη μας μισό -ξύπνια ή μισό -κοιμισμένη, συνενώθηκαν αβίαστα μέσα μας εμπειρίες και βιώματα δύο προηγούμενων γενεών τεχνικών. Και έτσι, μας αποκαλύφθηκαν -ήδη από νωρίς και με φυσικό αφηγηματικό τρόπο- έννοιες που αφορούσαν την κατασκευή, την μαστορική, τη λειτουργικότητα, την αισθητική, κυρίως την βούληση και τον –συχνά πολύ επικίνδυνο- αγώνα του ανθρώπου να βρει τον τρόπο και το υλικό, για να διαμορφώσει στα μέτρα του (τεχνικά και καλλιτεχνικά) το περιβάλλον του.

    Τον θυμάμαι επίσης, σε καλοκαιρινές απογευματινές ή βραδινές ώρες σχόλης, να μας λέει να βάλουμε το γυμνό πέλμα μας πάνω σε ένα λευκό χαρτί για να σχεδιάσει με μολύβι τη φόρμα της σόλας των δερμάτινων παιδικών σανδαλιών μας, τα οποία κατασκεύαζε τα πρώτα χρόνια εξ’ ολοκλήρου μόνος του, για το κέφι του.
    Κυρίως, μας έκαναν εντύπωση τα εργαλεία του και τα υλικά που χρησιμοποιούσε: Την επικίνδυνη φαλτσέτα, το σουβλί, το σφυρί, τις πρόκες, το δέρμα, το νήμα, την αγκράφα. Και κρυφά (εν απουσία του) ανοίγαμε ξανά το μυστηριώδες κουτί της μαστορικής, ανακατώνοντας το περιεχόμενο του και ξεχνώντας το διάσπαρτο σε διάφορα σημεία του σπιτιού.

    Θυμάμαι πρωτίστως το προσωπικό γραφείο του Κυπριανού. (Και εδώ μπαίνω σε πολύ πιο σοβαρά θέματα). Ήταν ένα «προστατευμένο» δωμάτιο (ένα είδος επέκτασης του καθημερινού). Ενώ το επαγγελματικό γραφείο του ήταν στο ημιυπόγειο του σπιτιού. Έτσι, το πρώτο ήταν ευκολότερα προσπελάσιμο και – επομένως – προσφορότερο για κάποιες κρυφές βραδινές διερευνήσεις μου. (Γι’ αυτό και το αγάπησα – τουλάχιστον στην αρχή – περισσότερο από το δεύτερο).

    Σημειώστε όμως τούτο, σε σχέση με ότι είπα προηγουμένως περί «καλής τύχης», όσον αφορά το πώς εξελισσόμαστε στη ζωή : Ότι δηλαδή –γενικώς- η ενστικτώδης παιδική περιέργεια για «προσωπικές διερευνήσεις» –και μάλιστα κρυφές- είναι ίσως μια επιβεβαίωση ότι η «καλή τύχη» συνήθως δεν αρκεί. Ότι χρειάζεται –ήδη από πολύ νωρίς- και η προσωπική επιθυμία και επιλογή, ενίοτε και κάποια μικρή ή μεγάλη προσωπική διακινδύνευση, για να βρει κανείς τον δρόμο του.
    Στο ήσυχο και λίγο ερμητικό, αυτό δωμάτιο των δικών μου βραδινών διερευνήσεων ήταν η βιβλιοθήκη του Κυπριανού, γεμάτη με παλιά και νέα βιβλία, ξεκινώντας από το πάτωμα, φτάνοντας μέχρι τα τρία μέτρα και καλύπτοντας δύο ολόκληρους τοίχους.

    Σκέφτομαι ότι εάν – έστω και διαγώνια – διάβαζα ακόμη και απειροελάχιστο μέρος τους, θα μπορούσα να είχα γίνει σοφός τεχνοκριτικός ή ιστοριογράφος, ήδη από τα 13 μου χρόνια! Όμως εγώ δεν ήθελα καθόλου (τότε, όπως και τώρα) να γίνω σοφός. Αντιθέτως, με έτρωγε η τρομερή περιέργεια να εξιχνιάσω κάποια πολύ ειδικά μυστήρια της ζωής, τα οποία, είχα ήδη καταλάβει ότι η αστική ευπρέπεια του ευρύτερου περιβάλλοντος μας μου απέκρυπτε επιμελώς.

    Έτσι, αξιοποίησα πολύ επιλεκτικά το «πάνθεο» της γνώσης που ανακάλυψα σε αυτά τα βιβλία, ψάχνοντας αρχικά στις εικόνες τους αποκλειστικά το «κρυφό αντικείμενο του πόθου» μου. Ίσως να νομίζετε ότι εννοώ εδώ την αρχιτεκτονική. Κάνετε όμως λάθος. Γιατί αναφέρομαι στην αισθησιακή μαγεία των ζωγραφισμένων γυμνών γυναικείων σωμάτων, την οποία, κάποιος στην ηλικία μου, πάρα πολύ δύσκολα μπορούσε εκείνη την εποχή να γνωρίσει και να μελετήσει με την ησυχία του.
    Την μαγεία αυτή λοιπόν, την ανακάλυψα στα έργα των «ιερών τεράτων» της παγκόσμιας ζωγραφικής και γλυπτικής, από την προ- αναγεννησιακή περίοδο μέχρι – κυρίως – τον Ιμπρεσιονισμό. (Όπως ίσως καταλαβαίνετε, ο κυβισμός – έτσι και αλλιώς – δεν προσφέρεται για ακριβείς νατουραλιστικές απεικονίσεις!).

    Όμως, το σημαντικότερο (το οποίο, εντούτοις, συνειδητοποίησα κατά τις σπουδές μου) είναι το εξής: Ότι ενόσω, ως πρωτοετής πια, παρακολουθούσα το εμπνευσμένο μάθημα της «Ιστορίας της Τέχνης» του Άγγελου Προκοπίου, βρέθηκα να ξέρω το θέμα και τον δημιουργό όλων σχεδόν των μεγάλων έργων που εκείνος μας έδειχνε με το «προϊστορικό» του επιδιασκόπιο!

    Και επιπλέον, εκεί που ταράχθηκα πραγματικά ήταν όταν ο Προκοπίου άρχισε να εξηγεί τις ιδεολογικές διαφορές των ρευμάτων, όπως εκφράζονταν μέσα από τον «μύθο» (δηλαδή την αφήγηση) των αντίστοιχων έργων τέχνης. Η αιτία της ταραχής μου οφειλόταν στο ότι η ερμηνεία που προσέδιδε σε αυτόν, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η – αρχικά μόνο οπτική – επαφή μου με τα έργα αυτά, είχε αγγίξει (υποδορίως και χωρίς να το καταλάβω) και το μυαλό μου. Ότι, για παράδειγμα, είχε αφήσει εκεί εικόνες-σημάδια του αντίρροπου διπόλου της φωτεινής και σκοτεινής έκφανσης του Κόσμου, αλλά και του Ανθρώπου, ως στοιχείων μιας Ολότητας.

    Εννοώ εδώ τις συμβολικές αναφορές των μεγάλων μαϊστόρων, μέσω της τέχνης τους: Στα αντίρροπα δίπολα της ζωής και του θανάτου. Του πλούτου και της φτώχειας. Των τρομερών πολέμων για εξουσία και των αγώνων για ελευθερία. Των συνεχών μεταπτώσεων του ανθρώπινου βίου, από την αγαθή συλλογική συνύπαρξη, στην εμπαθή, αδελφοκτόνο εμφύλια διαμάχη.

    Η ασυνείδητη αποτύπωση στο παιδικό μυαλό αυτών των ερεθισμάτων ήταν ίσως για μένα ένας κάποιος τρόπος να βγω -με στοιχειώδη δική μου πρωτοβουλία- λίγο έξω από το πλαίσιο της μακάριας αστικής βεβαιότητας μου, ότι όλα «έβαιναν καλώς».

    Και να που στην περίοδο των σπουδών, το ασυνείδητο γινόταν πια συνειδητό.

    Στην ίδια αυτή συγκλονιστική περίοδο στοιχειώδους ωρίμανσης μου κατά τις σπουδές, άρχισα επίσης να συνειδητοποιώ τον ρόλο των συμβολικών σημαινομένων που εκπέμπουν, ειδικά η αρχιτεκτονική, αλλά και η εικόνα της, ως «πυκνωτές νοημάτων». Καθώς συμβάλλουν καθοριστικά για την αποκρυπτογράφηση, κατανόηση και απόλαυση του έργου τέχνης. Και ότι αυτή η συνειδητοποίηση είχε επίσης την ρίζα της στις ανορθόδοξες και μονομερείς παιδικές πρώτες επαφές μου με την Τέχνη στο γραφείο του Κυπριανού Μπίρη.

    Γιατί εκεί είχα πρωτοδεί αναρίθμητες εικόνες παλατιών, κάστρων, σπιτιών, στοών, αυλών, αίθριων, λουτρών, μεγάλων επίσημων αιθουσών, αλλά και απλών δωματίων, με την επίπλωση τους, αλλά και τη ζωή εντός τους.

    Επανερχόμενος λοιπόν σε αυτές τις παιδικές μου εμπειρίες, να σας αποκαλύψω ότι δεν περιορίστηκαν στο γραφείο του πατέρα μου. Βλέπετε, οι εικόνες στις σελίδες των βιβλίων του, όσο και εάν έδειχναν «ζωντανές», παρέμεναν εικόνες. Ενώ η πραγματική ζωή της «οδού Σπάρτης», και της «Πλατείας Αμερικής» (δηλαδή ενός – ακόμα άγνωστου για εμένα – αλλά ωστόσο υπαρκτού, «ζωντανού Κόσμου»), έφτανε στα αφτιά μου από το παράθυρο του γραφείου, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, κατά τις νυχτερινές έρευνες μου εκεί.

    Συμπτωματικά, ο χώρος αυτός επικοινωνούσε, μέσω ανεξάρτητης πόρτας με το κλιμακοστάσιο και την έξοδο του σπιτιού μας προς την «οδό Σπάρτης». Δεν άργησα λοιπόν να ακολουθήσω το επιτακτικό «κάλεσμα της ζωής». Και έτσι (κάποια στιγμή -στα 14 μου περίπου) να γίνω, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, μοναχικός νυχτερινός εξερευνητής του δρόμου και της πόλης, καθώς και ορισμένων «φανερών», αλλά και «απόκρυφων», που συνέβαιναν εκεί. (Ενώ, βεβαίως, είχα διαρκώς στο νου μου την ώρα που συνήθως επέστρεφαν σπίτι οι γονείς μου όταν πήγαιναν το βράδυ σε φίλους).

    Έτσι, με τον ίδιο ανορθόδοξο τρόπο, που βρέθηκα στη Σχολή να είμαι – έστω και μερικώς – ήδη «πεπαιδευμένος» στην Ζωγραφική και την Γλυπτική, συνέβη να είμαι και εξίσου μερικώς «πεπαιδευμένος» σε κάποιες – όλως ιδιαίτερες – εκφάνσεις της αρχιτεκτονικής, αλλά και της ζωής. Καθώς οι κλεμμένες νυχτερινές (εκτός σπιτιού) περιπλανήσεις και περιπέτειες μου, (όπου – όπως είπα – επεκτάθηκε σταδιακά το «άδυτο» του πατρικού γραφείου) με οδήγησαν σε αρχιτεκτονικούς χώρους όπου οι ανθρώπινες σχέσεις και δράσεις είχαν τελείως διαφορετικό πρόσωπο (και φως) από ότι το «λαμπερό» και «πρόσχαρο», που είχα γνωρίσει στο άμεσο περιβάλλον μου.

    Γι’ αυτό, στα εξαιρετικά μαθήματα της «Ιστορίας και Μορφολογίας της Αρχιτεκτονικής» του Παναγιώτη Μιχελή, βρέθηκα να ξέρω με βιωματικό τρόπο, πολλά στοιχεία της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, ιδιαιτέρως εκείνης κάποιων μοναχικών σπιτιών των περιοχών κάτω από την Αχαρνών, αλλά και άλλων απόμερων περιοχών της πόλης.

    -Γνώρισα ισόγειες, δίπατες και τρίπατες εσωτερικές διατάξεις τους («εν λειτουργία»).

    -Μπαινόβγαινα στις εκπληκτικές εσωτερικές αυλές τους επίσης «εν λειτουργία», όπου είδα και άγγιξα πήλινα λαϊκά ομοιώματα της Θεάς Αθηνάς και της «αινιγματικής» Σφίγγας, όταν ακόμη δεν ήταν «αντίκες», αλλά ουσιαστικά στοιχεία του χώρου.

    -Γνώρισα (έστω και «εξ’ απαλών ονύχων») μια ζωντανή, «λευκή», «σκιερή» και «μαύρη» πλευρά του νεοκλασικισμού. Πριν ακόμη μάθω την λέξη «νεοκλασικό».

    Προσέξτε τώρα :

    Σε αυτές τις «φυγόκεντρες» διαδρομές μου, παρατήρησα και μία περίεργη αρχιτεκτονική που χαρακτήριζε ορισμένες ειδικές πολυκατοικίες. Άρχισα μάλιστα να την διακρίνω από όλες τις άλλες, γιατί μου προκαλούσε πάντα μια εσωτερική ένταση, μέχρι και κάποιο φόβο – ιδίως τη νύχτα.

    Ήταν το φυσικό γκρίζο χρώμα τους; Οι πολύ καθαρές, (έως και σκληρές) γραμμές των όψεων τους; Η απόλυτη απουσία διακόσμου; Η αυστηρότητα του συνολικού σχήματος τους; Δεν μπορούσα τότε να ξέρω. Αυτό που θυμάμαι, όμως, καθαρά είναι ότι, ιδιαιτέρως, με εντυπωσίαζαν κάτι περίεργα στρογγυλά παράθυρα τους! Αναλογιζόμουν: Μα ποιος ζει και τι κάνει άραγε πίσω από αυτά τα μυστηριώδη παράθυρα; Πολύ αργότερα έμαθα ότι ήταν συνήθως τα ανοίγματα των WC (!) των πολυκατοικιών του Μοντερνισμού στις νεότερες συνοικίες της Αθήνας.

    Και έτσι, το «μυστήριο» για το τι συνέβαινε στο συγκεκριμένο χώρο πίσω τους επιτέλους λύθηκε!! Όπως σιγά- σιγά έφυγε και το συναίσθημα του «φόβου» που αρχικά μου προκαλούσαν.

    Πώς να ήξερα τότε ότι (όπως συμβαίνει με κάποιες κρυφές σχέσεις που στην αρχή συχνά μας ταράζουν) έτσι και η δική μου σχέση με αυτή την – συνεχώς υπό ένταση –πρωτόγνωρη αρχιτεκτονική του Μοντέρνου, όχι μόνο δεν θα χανόταν, αλλά θα γινόταν βαθιά διαρκής αγάπη, παρά την – ενίοτε «άπιστη» πιστή μου προς αυτήν, που όμως την έκανε ακόμη πιο δυνατή. Εννοώ εδώ την «άπιστη» πίστη που προκαλεί η εκ γενετής αμφισημία του Μοντέρνου.

    Πάντως, να συμπληρώσω τούτο το περίεργο: Ακόμη και σήμερα, η πρώτη συνάντηση μου με τις μεγάλες αρχιτεκτονικές – δηλαδή εκείνες που διαρκούν στον χρόνο και έτσι «γράφουν Ιστορία» – μου προκαλεί συνήθως (ιδιαιτέρως, όταν τις συναντώ ξαφνικά) οδυνηρή ταραχή και ένα κόμπο στο στομάχι. Όχι εφησυχαστική αυτοϊκανοποίηση και μακάρια χαλαρότητα.


    Τη μεγάλη συμβολή της μητέρας μας στην διαπαιδαγώγηση μας (και – περιέργως – ειδικά σε αναφορά με την αρχιτεκτονική) την κατάλαβα πολύ αργότερα και σε ωριμότερη φάση της ζωής μου.

    Η Καίτη Μπίρη ήταν και για τους τρεις μας η κριτική ματιά για τα πεπραγμένα μας εκ μέρους όλης μαζί της κοινωνίας. Η αρχιτεκτονική της άρεσε (αλλά με τον τρόπο της). Αντιθέτως, τα «τσιτάτα» των αρχιτεκτόνων – και ιδιαιτέρως των τριών δικών της αρχιτεκτόνων -η φλυαρία τους, οι βεβαιότητες και η εγωκεντρική ομφαλοσκόπηση τους (πολύ περισσότερο όταν συγκεντρώνονταν όλοι μαζί) την ενοχλούσαν αφάνταστα. Η κυρία Μπίρη, λοιπόν, ανέλαβε να είναι ο «κάνναβος» και το «ρολόι» της ζωής μας. Ήταν το κανονιστικό σύστημα που κρατούσε τα «μπόσικα» των δικών μας «ζιγκ-ζακ» παιχνιδιών πάνω του. Και μάλιστα ήταν κάνναβος ορθοκανονικός, λειτουργικός, «μοντέρνος» (!).

    Την θυμάμαι καθημερινά στις 7:00 το πρωί, να εισβάλει με φούρια στο υπνοδωμάτιο μας. Και αμέσως να ανοίγει (ακόμη και χειμωνιάτικα) «τέντα» τα παράθυρα για να το αερίσει, λέγοντας και ένα γλυκό «καλημέρα» σε ρυθμό «fast forward». (Ιδού η ανοιχτή, και χρονικά ακριβής, έκφανση του μοντέρνου κανονιστικού συστήματος) με στόχο εδώ την «υγιεινή ζωή».

    Την θυμάμαι επίσης την ημέρα που μία (υπέρ-δραστήρια περί τα «καλλιτεχνικά») φίλη της είχε έρθει για επίσκεψη, όπου έτυχε να είμαι παρών και εγώ. Η επισκέπτης μας λοιπόν άρχισε ένα ουρανοκατέβατο «μάθημα αρχιτεκτονικής», που είχε περίπου ως εξής:

    Φίλη: «Καίτη μου ξέρεις, τελευταία με φιλοξενούν τα παιδιά (σημείωση Τ.Μπ: δηλαδή ο νιόπαντρος γιος της και η γυναίκα του) στην καινούρια μεζονέτα τους. (Αναφέρεται όνομα γνωστού προαστίου). Κάνω λοιπόν εκεί καθημερινά βόλτα. Και επειδή με ενδιαφέρει πολύ η αρχιτεκτονική, θαυμάζω αυτά τα καταπληκτικά σπίτια, σαν ολόλευκα παλάτια, που έχουν κτισθεί εκεί πάνω. Δεν τα χορταίνω. Τα έχω μάθει απ’ έξω. Τι να πω……».

    Κ. Μπ: (σιωπή)………………

    Φίλη: «Εκτός από ένα, βρε παιδάκι μου, που μου κάθεται να εδώ….. Ένα γκρί πράγμα, ψυχοπλακωτικό, όλο γωνίες, με κάτι «χρώματα» που βγάζουν μάτι».

    Κ. Μπ. αλλά και Τ. Μπ: (σιωπή από κοινού)……………..

    (Η φίλη αλλάζει θέμα, λέει και άλλα «νέα», και εντέλει, αποχωρεί ευτυχής).

    Κ. Μπ (προς εμένα) : «Παιδάκι μου, πες μου την αλήθεια. Πρόκειται για το σπίτι που χτίζετε με τον Δημήτρη; Πες μου ειλικρινά. (Αν και το ξέρω. Αυτό είναι!) Γιατί βρε παιδάκι μου δεν κάνετε κάτι πιο χαρούμενο, πιο φωτεινό, να το χαίρεται ο κόσμος και να μην του «κάθεται εδώ» ;……………….

    Με τέτοιες, όμως, απλές κουβέντες, πιστεύω ότι η μητέρα μας συνέβαλε ώστε να περιορίσουμε τον αρχιτεκτονικό «ελιτισμό» και «ετσιθελισμό» μας. Και ταυτοχρόνως, να μάθουμε να σεβόμαστε την «κοινή γνώμη» (χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι είχαμε, ντε και καλά, την υποχρέωση να υπακούμε στα κελεύσματα της).


    VI. Όλα (υπό προϋποθέσεις) είναι αρχιτεκτονική.


    Να, τώρα, ένα ερώτημα που θα ήταν εύλογο να μου τεθεί : Μα τι σχέση μπορούν να έχουν μεταξύ τους όλα αυτά τα διάσπαρτα, περιστασιακά παιδικά ή εφηβικά βιώματα; Και πώς συσχετίζονται με την αρχιτεκτονική σας, κ. Μπίρη;

    Νομίζω ότι έχουν και παραέχουν σχέση. Γιατί εάν κανείς αφοσιώνεται σε ένα κεντρικό αντικείμενο στο οποίο πιστεύει σε ικανό βαθμό και για ικανό χρόνο, (ώστε, κατά κάποιο τρόπο, να υπάρχει στον κόσμο μέσα από αυτό) τότε στο μυαλό του μπορεί να βρει τρόπο, να συναρτήσει τα πάντα με αυτό το αντικείμενο. Καθώς όλα μπορούν να είναι αρχιτεκτονική (όπως ήδη είπα κάπου). Δηλαδή, όλα τα «ανθρώπινα» στον κύκλο της ζωής συμβαίνουν μέσα σε, (γύρω από, και σε αναφορά με) κάποιο χώρο, φυσικό ή αρχιτεκτονικό, ασκεπή ή στεγασμένο, εξωτερικό ή εσωτερικό.

    Σε επέκταση, οι εμπειρίες που ανέφερα προηγουμένως, (πχ. οι τρομερές στοές των ορυχείων, τα ορθάνοικτα παράθυρα στο καταχείμωνο, τα αισθησιακά γυμνά σώματα, μέχρι και το «λευκό», «γκρι», «μαύρο» ή «κατάμαυρο» του «Δοχείου Ζωής», ή του «Δοχείου Θανάτου»), όλα μπορεί να είναι ή να γεννούν αρχιτεκτονική, αρκεί να πιστεύεις στην αρχιτεκτονική.


    V. Η αρχιτεκτονική ομάδα «Τάσου Μπίρη- Δημήτρη Μπίρη και Συνεργατών» και το «Διαρκές Ελληνικό Μοντέρνο»:


    Και τώρα ας έλθω στο τελικό κομμάτι της ομιλίας μου. Δηλαδή, αυτό που –δια του έργου μας- πιστοποιεί ή αμφισβητεί όλα τα προηγούμενα.

    Ας θυμηθούμε, λοιπόν, την εικόνα μίας παρέας παιδιών, που παίζουν στην ακροθαλασσιά με – φαινομενικά – ασυνάρτητες και ασύνδετες μεταξύ τους κραυγές, ενέργειες και κινήσεις. Εντούτοις, σιγά -σιγά (υπό την ενστικτώδη πίεση της αρχέγονης ανθρώπινης ανάγκης για δημιουργική παρέμβαση στο χώρο) αυτό-συντονίζονται, συν-διαλέγονται, συν-εργάζονται. Και εντέλει καταφέρνουν να συνθέσουν με ανόμοια βοτσαλάκια, ξυλάκια και ό,τι άλλο βρουν, ένα συγκεκριμένο σχήμα πάνω στην άμμο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μετά κάθονται και το παρατηρούν με μεγάλη χαρά, λες και άλλαξαν τον κόσμο όλο.

    Κάπως έτσι έγινε με εμένα και τον αδελφό μου, ενόσω «παίζαμε» αψήφιστα (αλλά με χαρά) με την αρχιτεκτονική, αρκετά κοντά ο ένας στον άλλον, κατά τα χρόνια της φοίτησης και τα αμέσως επόμενα, του επαγγέλματος. Στη συνέχεια όμως, πότε συμφωνώντας και πότε διαφωνώντας – ενίοτε και έντονα – προσπαθήσαμε ώστε όλο το διάσπαρτο ανόμοιο υλικό της προηγούμενης βιωματικής και πανεπιστημιακής εμπειρίας και γνώσης, να το οργανώσουμε και να το αξιοποιήσουμε. Προσδίδοντας σε αυτό, συγκεκριμένο – αλλά όχι κλειστό – σχήμα. Και τούτο, υπό την πίεση της ανάγκης να υπάρξουμε στον κόσμο μέσα από την δουλειά μας, την αρχιτεκτονική. Όπως έκανε η αυτοσυντονιζόμενη παρέα των παιδιών που έπαιζαν στην άμμο.

    Αυτό το δικό μας σχήμα, λοιπόν, (ως συνάρτηση του πολύμορφου εμπειρικού και γνωσιακού υλικού, αλλά και των ομόρροπων ή αντίρροπων στοιχείων των χαρακτήρων μας), πλησίασε, πολύ κοντά στο – επίσης ανοιχτό – «σχήμα του Διαρκούς Ελληνικού Μοντέρνου».

    Και έτσι, η προσωπική μας ερμηνεία του ρεύματος αυτού (θεωρημένη στις ποικίλες εκφάνσεις με τις οποίες παρουσιάζεται στο έργο μας (και με ότι καλό ή κακό αυτή συνεπάγεται), πιστεύω ότι του προσέδωσε σιγά -σιγά τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής. Τόσο σε αναφορά με την ιστορική της προέλευση, όσο και σε αναφορά με την προσωπικότητα της και το προσδιοριστικό ιδεολογικό, αισθητικό και τεχνολογικό σημάδι αυτής της προσωπικότητας. Σημάδι που δείχνει ότι – τουλάχιστον – δεν είναι τυχάρπαστη, αίολη, ή απομίμηση άλλων αρχιτεκτονικών.

    Θα συνεχίσω με μια σειρά έντεκα (11) «θεματικών ενοτήτων» που, νομίζω, βάζει προς συζήτηση – μέσω του έργου της- η αρχιτεκτονική μας. Γι’ αυτό και παρουσιάζω αυτό το έργο μέσω μιας σειράς επιλεγμένων εικόνων, σε αντιστικτική αναφορά με τις ενότητες αυτές.


    (α) Η διαμόρφωση μίας προσωπικής ή ομαδικής θεωρίας για την αρχιτεκτονική, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την συνεκτική και συνεπή εφαρμογή και διδασκαλία της.

    Έχοντας τώρα πια στο νου μου –ως σύνολο- την αρχιτεκτονική που κάναμε (ατομικά αλλά και ως ομάδα) ο Δημήτρης και εγώ, μπορώ ίσως να σας πω ότι είναι μια «αρχιτεκτονική μετά σκέψεως». Δηλαδή, μια αρχιτεκτονική, όπου κυρίως η σκέψη (συνεπικουρούμενη βεβαίως και από την διαίσθηση ή – ενίοτε – την έμπνευση, αλλά όχι υποτασσόμενη αποκλειστικά σε αυτές) έθετε κάθε φορά και για κάθε θέμα συγκεκριμένους στόχους. Και παράλληλα, επέλεγε συγκεκριμένους τρόπους για την επίτευξη των στόχων αυτών. Γι’ αυτό, ήταν σκέψη, όχι «γενική και αόριστη», αλλά ενταγμένη σε ένα συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο αρχών. Αλλά ποιας θεωρίας και ποιων αρχών; (θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς).

    Αυτό το κομβικό ερώτημα, μας απασχόλησε λοιπόν, ήδη από τα πρώτα μας βήματα. Κάτι που– νομίζω – χρειάζεται να θέτει στον εαυτό του (αλλά και να απαντά) ειδικά ο αρχιτέκτονας εφαρμογής, εφόσον βέβαια αντιλαμβάνεται την αρχιτεκτονική του με αυτόν τον «μετά σκέψεως» τρόπο.

    Σε αυτό το ερώτημα, λοιπόν, επιχειρήσαμε και εμείς να απαντήσουμε, συγκροτώντας σταδιακά μια δική μας αντίληψη για το «τι», το «γιατί» και το «πώς» της αρχιτεκτονικής μας, σε επίπεδο ιδεολογίας και πρακτικής. Αντίληψη που –εντέλει- απετέλεσε την θεωρία μας.
    Ομιλώ εδώ για μια αυτόβουλη αυτό-δεσμευτική «αρχιτεκτονική σύμβαση» ανάμεσα στον εαυτό μας και την κοινωνία. Σύμβαση που βρίσκεται στον αντίποδα της (όχι ασυνήθιστης) απαίτησης πολλών συνθετών, για «πλήρη και ανεμπόδιστη ελευθερία δράσης». Και η οποία συνοψίζεται στο ιδεολόγημα ότι: «Οι θεωρίες είναι για τους θεωρητικούς», ενώ «εμείς» παραμένουμε «εραστές της ελεύθερης παρορμητικής πράξης», με κύριο πνευματικό και χρηστικό εργαλείο μας, τις – μαγικές – συνθετικές μας δεξιότητες και το – επίσης μαγικό – «χοντρό μολύβι» μας. Επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι η νοοτροπία αυτή είναι λάθος. Ιδιαιτέρως μάλιστα, όταν ο αρχιτέκτονας εφαρμογής τυχαίνει να είναι και δάσκαλος.



    Τάσος Μπίρης στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, 14-05-2015



    Οι παρακάτω εικόνες συνοδεύουν αντιστικτικά όλο το κείμενο της διάλεξης, πράγμα που για λόγους χρόνου δεν έχει γίνει ακόμα στο site μας, αλλά θα γίνει στο μέλλον.