Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    Προς το κοινό Α της αρχιτεκτονικής

    47.



    aarxitektonikis

    To κείμενο του Τάσου Μπίρη που ακολουθεί, αποτελεί ένα εκ των τριών κειμένων του έντυπου τεύχους “Τρία συν ένα κείμενα-παρεμβάσεις για την αρχιτεκτονική. Η εισαγωγική παρουσιάση μιας ιδέας και ενός πλαισίου δράσης” των Μάρως Αδάμη, Τάσου Μπίρη και Μανώλη Οικονόμου. Στο κείμενο παρουσιάζεται μια συλλογική ιδέα, ταυτοχρόνως και δημόσια κοινωνική παρέμβαση.

    Τη γέννηση της ιδέας προκάλεσε η διαπίστωση της ασυνήθιστα μεγάλης (και συνεχώς διευρυνόμενης) απόστασης που χωρίζει πια αντιλήψεις σχετικά με το «τι είναι η αρχιτεκτονική», όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα ανάμεσα στον χώρο των αρχιτεκτόνων και τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο τα τελευταία είκοσι χρόνια μέχρι την κρίση.

    Ο (συμπυκνωμένος) απώτερος στόχος της ιδέας αυτής είναι η θεσμοθέτηση από την Πολιτεία, μιας ειδικής δημόσιας αρχιτεκτονικής παιδαγωγίας, μόρφωσης και καλλιέργειας, στο πλαίσιο της εγκύκλιας εκπαιδευτικής ύλης του Νηπιαγωγείου, του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου, η οποία θα συνεχίζεται και ως εθελούσια δια βίου μάθηση των πολιτών. Όπως -κατά κάποιο τρόπο- ήδη συμβαίνει με τα «καλλιτεχνικά μαθήματα» της μουσικής και της ζωγραφικής, καθώς και άλλων πρωτογενών δημιουργικών δράσεων, που -εκ φύσεως- χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη υπόσταση.

    Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται και στον ιστότοπο aarxitektonikis.blogspot.gr, όπου έχουν ήδη αρχίσει να εκφράζονται τοποθετήσεις, ερωτήματα και ιδέες που προέρχονται από ενδιαφερόμενους και ενδιαφερόμενες σε αναφορά με το παραπάνω θέμα και την συγκεκριμένη κίνηση που βρίσκεται ήδη εν εξελίξει.




    Προς το κοινό Α της αρχιτεκτονικής


    aa1


    Αρχιτεκτονική, αυτή η γνωστή-άγνωστη


    Μία παλιά (αρνητική) βιωματική εμπειρία, ως έναυσμα για την γέννηση μιας νέας ιδέας.


    Aνακαλώ συχνά στη μνήμη όσα συνέβησαν όταν μου ανατέθηκε από το Υπουργείο Παιδείας η ευθύνη της πρότασης για το θέμα του γραμμικού σχεδίου των πανελληνίων εισαγωγικών εξετάσεων στις Σχολές Αρχιτεκτονικής, κάποια χρονιά στα μέσα της δεκαετίας του ΄90. Και τούτο γιατί η εμπειρία μου από το συγκεκριμένο γεγονός γέννησε σκέψεις που με απασχόλησαν συνεχώς ως πανεπιστημιακό δάσκαλο, από τότε μέχρι και σήμερα. Σκέψεις γενικότερες, αλλά κυρίως για την αρχιτεκτονική εκπαίδευση, που εντέλει συνέβαλαν ώστε να μπει στα σκαριά και η παραπάνω ιδέα.

    Στις εξετάσεις αυτές λοιπόν είχα προτείνει τον σχεδιασμό με μελάνι ενός τμήματος της κάτοψης του ισογείου ενός σπιτιού με τετραγωνική εσωτερική αυλή- αίθριο και (επίσης εσωτερική) περιμετρική στοά. Να συμπληρώσω ότι το προς το αίθριο εξωτερικό όριο της στοάς σχηματιζόταν από εναλλαγές λίθινων τοιχοπετασμάτων και τετραγωνικής διατομής λίθινων πεσσών. Ζητούσα τον σχεδιασμό της κάτοψης υπό συγκεκριμένη κλίμακα, όπως παρουσιαζόταν με τις πραγματικές διαστάσεις της στο σκαρίφημα της εκφώνησης του θέματος. Ζητούσα επίσης την επιλογή και τον σχεδιασμό της πλακόστρωσης του δαπέδου του αίθριου και της στοάς. Έως εδώ το θέμα ήταν λίγο-πολύ μια κλασική άσκηση γραμμογραφίας, εξαιρουμένου ίσως του ζητήματος της πλακόστρωσης, ως μοναδικού προβλήματος σχετισμένου κάπως με την αρχιτεκτονική σύνθεση, το οποίο οι υποψήφιοι καλούνταν να επιλύσουν.

    Γι’ αυτό είχα προσθέσει και ένα ακόμη, που και αυτό προσέδιδε στην εξέταση στοιχειώδες αρχιτεκτονικό νόημα. Ζητούσα δηλαδή τον σχεδιασμό από τους διαγωνιζόμενους (επί της κατόψεως) των περιγραμμάτων δύο ομοίων απλών καθισμάτων -πάγκων σε θέσεις του αίθριου ή της στοάς που οι ίδιοι κατά την κρίση τους θεωρούσαν λειτουργικά και αισθητικά κατάλληλες. Εννοείται ότι ο τύπος του καθίσματος παρουσιαζόταν αφαιρετικά (άλλα με τις διαστάσεις του) σε σχετικό προοπτικό σκίτσο της εκφώνησης. Επίσης παρουσιάζονταν και οι εσωτερικοί χώροι του τμήματος του σπιτιού που επικοινωνούσε με τη στοά, με τις ονομασίες των χρήσεων τους, την στοιχειώδη επίπλωση τους, καθώς και τις πόρτες και τα παράθυρα τους προς αυτήν.

    Όμως η επιτροπή των εξετάσεων απέρριψε ασυζητητί το τελευταίο αυτό ζητούμενο. Και τούτο γιατί θεωρήθηκε ότι η επιλογή της θέσης ενός καθίσματος μέσα σε ένα σπίτι δεν περιλαμβάνεται στην εγκύκλια ύλη του γυμνασίου και του λυκείου(!) Και επομένως, οι εξετάσεις θα μπορούσαν να προσβληθούν ως παράτυπες από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου σίγουρα θα προσέφευγαν οι γονείς των διαγωνιζομένων που δεν θα περιλαμβάνονταν στους επιτυχόντες….

    Αντέτεινα στα μέλη της επιτροπής ότι, παρά την απουσία -έστω και στοιχειώδους- διδακτικής αναφοράς στην αρχιτεκτονική στην εγκύκλια σχολική εκπαιδευτική ύλη, η πρωτογενής ανθρώπινη ικανότητα για απλές καθημερινές παρεμβάσεις στον χώρο περιλαμβανόταν στην «εγκύκλιο ύλη» που διδάσκει σε όλους -ακόμη και στα νήπια- η ίδια η ζωή. Και πάλι όμως, η απάντηση ήταν : «Δυστυχώς έτσι επιτάσσει ο νόμος». Γι’ αυτό, τα πολυσυζητημένα παγκάκια τελικά αφαιρέθηκαν από την εκφώνηση.

    Ήταν η -επιβεβλημένη δια του Νόμου- «υπενθύμιση» ότι στα καθ’ ημάς, η αρχιτεκτονική, ως αναγκαίο πρωτογενές βίωμα, δεν είναι ανά πάσα στιγμή διδακτική εμπειρία σκέψης και πράξης επί τόπου του έργου. Εμπειρία την οποία όλοι οι άνθρωποι αρχίζουν να αποκτούν εκ των πραγμάτων λίγο μετά τη γέννηση τους. Και ότι -αντίθετα από ότι συμβαίνει πχ. με τη ζωγραφική ή τη μουσική- μια ανάλογη πρωτογενής σύνδεση με την αρχιτεκτονική δεν χρειάζεται (ούτε πρέπει) να παρέχεται όχι μόνο στη νηπιακή, αλλά και στη σχολική ηλικία.

    Να λοιπόν γιατί η αρχιτεκτονική, (αν και- υποτίθεται- τόσο «γνωστή») παραμένει επισήμως «άγνωστη» έως την ηλικία της εφηβείας. Οπότε επιτέλους πρωτο-αποκαλύπτεται, αλλά μόνο σε όσους και όσες έχουν την τύχη να εισαχθούν σε μια Αρχιτεκτονική Σχολή. Όσο για μετά την εφηβεία του κοινού πολίτη; Εκεί πια κυριαρχεί το γνωστό αρχιτεκτονικό χάος.
    Γι’ αυτό (σύμφωνα με το πνεύμα της Πολιτείας) οι Νεοέλληνες που θέλουν σήμερα νομίμως να αλλάξουν την θέση μιας καρέκλας στο σπίτι τους, πρέπει πρώτα να μπουν στο Πανεπιστήμιο και να είναι ηλικίας τουλάχιστον από 18 χρονών και πάνω! Όσο για τους υπόλοιπους «κοινούς» πολίτες, ισχύει δια βίου η μετακίνηση των καρεκλών στο ίδιο τους το σπίτι να θεωρείται από αυτήν και τους θεσμούς της τουλάχιστον «non appropriate»(!) για να μην πω «παράνομη». Και έτσι συντηρείται διαχρονικά η διπλή φαντασίωση (από το θαύμα έως και το δράμα) που περιβάλλει αυτήν την «περίεργη και αόριστη» δουλειά (την αρχιτεκτονική) που όλοι, αλλά και κανείς (εάν δεν έχει δίπλωμα) μπορούν ή δεν μπορούν να κάνουν στον τόπο μας . Και «ο σώζων εαυτόν σωθείτο».


    Η γέννηση μίας ιδέας :

    Η καλλιέργεια της έμφυτης συλλογικής ικανότητας για στοιχειώδη αρχιτεκτονική σκέψη και πράξη, ως μέρος μια σύγχρονης δημόσιας εκπαίδευσης.


    Η παραπάνω μικρή ιστορία, πέραν των άλλων σκέψεων που γεννά, είναι και ένα δείγμα για το πώς (δυστυχώς) διαιωνίζεται το ιδιότυπο «σχίσμα» και η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνία και στην αρχιτεκτονική. Απόσταση που έχει -μεταξύ άλλων- ως αποτέλεσμα, να θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό οι αρχιτέκτονες από την πρώτη (και συχνά να λειτουργούν εξ’ ονόματος της) ως μία κάστα «εξωγήινων».

    Βεβαίως (κατά κάποιο τρόπο) δεν είναι τόσο μακριά από την πραγματικότητά ο χαρακτηρισμός αυτός, ιδιαιτέρως τα τελευταία τριάντα χρόνια. Καθώς τον επιβεβαιώνει, όχι τόσο η θεωρούμενη ως «τρέχουσα» και «εμπορική» αρχιτεκτονική (που εκ του ασφαλούς όλοι στηλιτεύουν) αλλά κυρίως το -προβαλλόμενο από παντού- «νέο διεθνές αρχιτεκτονικό πρότυπο» της άκρατης, αναίτιας και πανάκριβης αρχιτεκτονικής μορφοπλασίας και υπερ-τεχνολογίας. Ένα -όντως- εξωγήινο πρότυπο, που φαίνεται όμως να προκαλεί τόσο ακραίο εντυπωσιασμό σε μη αρχιτέκτονες, αλλά και αρχιτέκτονες, ώστε σβήνει από τον χάρτη κάθε άλλη σύγχρονη αντιπρόταση, η οποία ίσως θα μπορούσε να επανασυνδέσει μια νέα -αλλά ταυτοχρόνως και «επίγεια»- αρχιτεκτονική με την κοινωνία.

    Αυτή η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην κοινωνία, την πολιτεία, τους αρχιτέκτονες και την αρχιτεκτονική των τελευταίων, δεν έχει να κάνει μόνο με την «αισθητική» (όπως συνήθως πιστεύεται). Κυρίως αφορά την αδήριτη ανάγκη απόκτησης -μέσω της αρχιτεκτονικής- στοιχειωδώς καλών καγαθών συνθηκών ατομικής και συλλογικής ζωής. Τις οποίες ο πολίτης θα έπρεπε κάπως να γνωρίζει. Με την προϋπόθεση φυσικά ότι κάποιος αξιόπιστος φορέας θα τον είχε ενημερώσει για αυτές, ώστε να τις απαιτεί ως δικαίωμα του. Εφόσον μάλιστα συνήθως τις πληρώνει αδρά με τις οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής ενώ, παρόλα αυτά, τις περισσότερες φορές τις στερείται.

    Με αυτήν την έννοια, το αρχιτεκτονικό πρόβλημα παρουσιάζει εδώ καθαρά την κοινωνική – ακόμη και πολιτική- διάσταση του. Και, ως τέτοιο, συνεπάγεται ανυπολόγιστη ζημία για τον τόπο, τον πολιτισμό του, την προστασία του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος του και -μην ξεχνάμε- την ανάπτυξη της οικονομίας του.

    Και όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί το «αφύλακτο κενό» που απομονώνει την αρχιτεκτονική από την κοινωνία, καταλαμβάνεται τελικά από έναν (αυτοαποκαλούμενο) «φίλο» της αρχιτεκτονικής, που απρόσκλητα διεισδύει και εγκαθίσταται σε αυτό. Σκοπός του (όπως διατείνεται) να «βοηθήσει» στην λύση του προβλήματος. Και πράγματι το επιχειρεί (αλλά και το πετυχαίνει) προβάλλοντας για γενική χρήση το δικό του «αρχιτεκτονικό πρότυπο», που αφενός θα «γεφυρώνει» το «κενό» και αφετέρου (κυρίως) θα βολεύει τον ίδιο και τις άδηλες αρχιτεκτονικές «δραστηριότητες» που προτίθεται να αναπτύξει.

    Εννοώ εδώ το σύστημα της ποικιλόμορφης παραοικονομίας, που αναπτύσσεται γύρω από την αρχιτεκτονική, στρεβλώνοντας σταδιακά όλες τις υλικές και άυλες αξίες της προκειμένου να τις εκμεταλλευτεί προς όφελος του. Κάτι που κάνει άλλωστε με όλες τις δημιουργικές – παραγωγικές δράσεις που πραγματοποιούνται στις διεθνείς και τοπικές κοινότητες.
    Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι το ενδιαφέρον του «φίλου» ειδικά για την αρχιτεκτονική (θεωρημένη ως κεντρικό πεδίο για τους ποικίλους πειραματισμούς του) είναι αυξημένο σε αναφορά με όλες τις εκφάνσεις της: Από την ιδιωτική έως την δημόσια, από το μικρό αυθαίρετο κατάλυμα στις πλαγιές του Σχιστού έως τις επαύλεις των προαστίων, από το σχολείο της γειτονιάς έως τα «Μέγαρα» του κέντρου, από το μικρό ή μεγάλο (αλλά πραγματικό) κόστος της αρχιτεκτονικής ως κατασκευής, έως τις εικονικές υπέρ- κοστολογήσεις και τις «υπεραξίες» των οικοπέδων και των ζωνών ανάπτυξης της χώρας.

    Γιατί όπου οι κοινωνίες πραγματοποιούν έργο (κυρίως όμως όταν αυτό γίνεται με λάθος τρόπο) υπάρχει για την «παραοικονομία» η προσδοκία και η μεθόδευση παραγωγής πρόσθετου (και μάλιστα άδηλου) κέρδους, που εντέλει επιβαρύνει την υγιή οικονομία. Άλλωστε, η μεγάλη κρίση που ακόμη βιώνουμε, σε συνδυασμό με αυτό το άδηλο κέρδος (που σε μεγάλο βαθμό την δημιούργησε) δεν είναι καθόλου άσχετα φαινόμενα με εκείνο της πανάκριβης αρχιτεκτονικής του «έτσι μου αρέσει», που (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως) κυριάρχησε διεθνώς λίγο πριν το 2000.

    Απλώς στον τόπο μας ίσως αυτή η μετάλλαξη της αρχιτεκτονικής επήλθε -δυστυχώς- με ελάχιστο αντίλογο, καθώς το αρχιτεκτονικό μας τοπίο βρέθηκε (και παραμένει) απροετοίμαστο, απροστάτευτο, κατακερματισμένο, και -κυρίως -α-γνωστικό (δηλαδή χωρίς στοιχειώδη γνώση του αντικειμένου).


    Διατηρώντας λοιπόν στο νου τα σημαντικά αυτά προβλήματα (τα οποία συνειδητοποιούσα σταδιακά καθώς ωρίμαζα) δεν ξέχασα ποτέ την αρνητική εμπειρία μου των παλαιών εισαγωγικών εξετάσεων. Καθώς ήταν αυτή που μου αποκάλυψε ως προσωπικό βίωμα, για πρώτη φορά, την απουσία μιας αναγκαίας συνεχούς δημόσιας παιδαγωγικής διαδικασίας σε αναφορά με την αρχιτεκτονική. Διαδικασία εθελούσιας συμμετοχής για πολίτες κάθε ηλικίας, προέλευσης και απασχόλησης, που θα μπορούσε να διαμορφώσει σταδιακά μέσα στο χρόνο μια στοιχειώδη κοινή αρχιτεκτονική συνείδηση ή μια συλλογική εναίσθηση για την αρχιτεκτονική. Στόχος της να ορίσει κάπως το «τι», το «πως», το «που», το «για ποιους» και το «από ποιους» της αρχιτεκτονικής.

    Και ήταν ακριβώς η αίσθηση της απουσίας αυτής της κοινής συνείδησης, που με οδήγησε να προσπαθήσω να συγκροτήσω, στη Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΔΠΘ, μια ειδική διδακτική συνθετική μέθοδο. Μέθοδο που εφαρμόζω τα τελευταία είκοσι χρόνια (σε συνεργασία με τους καθηγητές Ελένη Αμερικάνου και Πάνο Εξαρχόπουλο). Στο πλαίσιο αυτής της συγκεκριμένης μεθόδου, χρησιμοποιείται ως διδακτικό εργαλείο μια ιδιοκατασκευή, το «μεταλλασσόμενο μοντέλο- lego σύνθεσης πρωτογενών χωρικών διατάξεων». Πρόκειται για το -αποκαλούμενο στις σχολές- «βαλιτσάκι του Μπίρη» που, πέραν της χρηστικότητας του, συμπυκνώνει νοηματικά (ως «παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους») το πνεύμα αυτής της μεθόδου.

    Δηλαδή, αφενός βοηθά την διδασκαλία να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μίας -πανεπιστημιακού επιπέδου- θεωρίας και πρακτικής εφαρμογής της αρχιτεκτονικής. Και αφετέρου, (με κατάλληλους μετασχηματισμούς, προσαρμογές και εφαρμογές, αλλά χωρίς αλλαγή της ουσίας της) να απευθύνεται -κατά το δυνατόν- και στην «κοινή αντίληψη» του ευρύτερου κοινωνικού χώρου, ανεξαρτήτως ηλικίας, μόρφωσης και τρόπου ζωής των ατόμων που τον συγκροτούν.

    Όχι φυσικά για να γίνουν όλοι «καλοί» αρχιτέκτονες, αλλά τουλάχιστον, για να φέρουν στην επιφάνεια, να καλλιεργήσουν και να αξιοποιήσουν (κατά το δυνατόν καλύτερα) την ήδη κεκτημένη -αλλά υποτιμημένη- ασυνείδητη κοινή βιωματική γνώση και εμπειρία της αρχιτεκτονικής. Γνώση και εμπειρία που, πρωτογενώς και εκ φύσεως, κρύβει μέσα του κάθε άνθρωπος και υπό την πίεση της ανάγκης, άμεσα, (όπως ξέρει και μπορεί) χρησιμοποιεί, ως -επίσης κατ’ ανάγκην -ενεργός μέτοχος της διαμόρφωσης του καθημερινού ζωτικού του χώρου.

    Μιλάω εδώ για μία διαρκή ελπίδα μου, αλλά και για έναν ειδικό «τρόπο» που προσπάθησα να κάνω πράξη, ώστε να γεφυρωθεί κάπως η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην «επίσημη αρχιτεκτονική» και την «ανεπίσημη» καθημερινή της έκφανση, προς όφελος και των δύο. Μιας και η πρώτη δεν είναι καθόλου αθώα και άμοιρη ευθύνης σε αναφορά με την δημιουργία της απόστασης αυτής.

    (Η οποία όμως -τουλάχιστον στον τόπο μας- διατηρεί ευτυχώς μία ανθρώπινη διάσταση και γι αυτό -πιστεύω ότι- συνιστά ένα πρόβλημα που, παρά την πολυπλοκότητα του, μπορεί υπό ειδικές συνθήκες και προϋποθέσεις να βρει τον δρόμο προς την λύση του).


    Μία πρόταση:


    Την «γεφύρωση» της παραπάνω “απόστασης” πιστεύω ότι ίσως βοηθήσει η σταδιακή εισαγωγή κάθε πολίτη στη διαδικασία μίας δημόσιας, συνεχιζόμενης κατά φάσεις, αρχιτεκτονικής προπαίδειας και επιμόρφωσης. Προπαίδεια και επιμόρφωση, που καλό είναι να ξεκινήσει από το νηπιαγωγείο και το σχολείο, αλλά να λειτουργεί και κατόπιν συνεχώς και εθελουσίως, ως μέρος της καθημερινής ζωής του.

    Προς αυτή την κατεύθυνση δεν αρκούν μόνο οι -πολύ ενδιαφέρουσες- καινοτόμες διδακτικές ασκήσεις ανάπτυξης της φαντασίας, της τεχνικής ευρηματικότητας και δεξιότητας της παιδικής σκέψης και του παιδικού ματιού και χεριού, που (ευτυχώς) εφαρμόζονται τελευταία σε ορισμένα -κυρίως ιδιωτικά- νηπιαγωγεία και σχολεία. Γιατί αυτές, ενώ άπτονται της αρχιτεκτονικής, εντούτοις δεν επικεντρώνονται στον πυρήνα της, που είναι ειδικά ο αρχιτεκτονικός χώρος και η διαμόρφωση του. Και ως «αρχιτεκτονικό χώρο» εννοώ τον «χώρο ζωής», δηλαδή τον «χώρο προς κατοίκησην» σύμφωνα με την αρχαιοελληνική -στην ουσία διαχρονική και πανανθρώπινη, ακόμα και σε αναφορά με ένα νήπιο- αίσθηση του «κατοικώ». Ή με άλλα λόγια, «κατακτώ τον οίκο» μέσω της βίωσης του και της επέμβασης σε αυτόν.

    Ούτε είναι μοναδικές λύσεις, είτε η μαζική υπέρπληροφόρηση για τις συνεχείς «νέες» εκφάνσεις της αρχιτεκτονικής μόδας, είτε οι νοσταλγικές αναπολήσεις της αρχιτεκτονικής του παρελθόντος. Γιατί, ως στρεβλό αντιμαχόμενο δίπολο, απλώς ενισχύουν την κυρίαρχη νεύρωση των καιρών, που είναι η μόνιμη σύγκρουση μεταξύ του «παλαιού» και του «νέου».
    Αντιθέτως, εάν πραγματικά θέλουμε να ξαναβρούμε την αρχή του νήματος (με άλλα λόγια την αρχή -ή το Α- της αρχιτεκτονικής) καλό είναι να συνθέτουμε τα φαινόμενα και τα πράγματα (και όχι να τα διαχωρίζουμε, σε “καλό” και “κακό”όπως κάνουμε συνήθως σήμερα.

    Γι’ αυτό και γνώμη μου είναι ότι το «παρελθόν», το «παρόν», και το «μέλλον» αποτελούν αλληλοεξαρτώμενο «Όλο», με κύριο συνδετικό στοιχείο το «διαρκές», που διατρέχει σταθερά όλο το φάσμα του χρόνου. Έτσι, το εκάστοτε «νέο και διαφορετικό» διαδέχεται και αντικαθιστά -ευτυχώς- το «παλαιό». Αλλά -επίσης ευτυχώς- γεννιέται από αυτό, ως στοιχείο μιας διαρκούς(θετικής ή αρνητικής) εξέλιξης. Και πολύ καλά κάνει.

    Γι’ αυτό επίσης, η δημόσια αρχιτεκτονική προπαίδεια και επιμόρφωση που εννοώ εδώ μέσω της συμβολικής προτροπής του τίτλου του κειμένου μου «Προς το Α της αρχιτεκτονικής», εννοείται και αυτή ως διαρκής. Δηλαδή ως εθελούσια δια βίου μάθηση, με τη διαμεσολάβηση ποικίλων συνεργαζόμενων -διδακτικών και άλλων- φορέων, μεταξύ των οποίων κύρια θέση οφείλει να έχει η Πολιτεία.

    Η αναφορά στην Πολιτεία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προσδίδει στην διδακτική αυτή διαδικασία, πέραν των άλλων, ισχυρό κοινωνικό – συλλογικό νόημα. Αναλόγως πιστεύω ότι αυτή η ειδική προπαίδεια και επιμόρφωση πρέπει να εισαχθεί με πολιτική απόφαση ως «εγκύκλια ύλη» στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση, όπως ήδη (ευτυχώς) συμβαίνει με το μάθημα της ζωγραφικής και της μουσικής. Αυτή η θεσμική πράξη (σε συνδυασμό με την αποδοχή της από τους πολίτες και την εξοικείωση τους με αυτήν) ίσως λειτουργήσει ως ένα πρώτο βήμα που θα οδηγήσει και στη εθελούσια συνέχιση της διαδικασίας αυτής, εξελίσσοντας την δια βίου, όπως ήδη ανέφερα.

    Πρόκειται λοιπόν εδώ για μία -προσφερόμενη στο κοινωνικό σύνολο- στοιχειώδη αρχιτεκτονική μάθηση, καλλιέργεια και μόρφωση, η οποία θα λειτουργεί παράλληλα με (αλλά και ανεξάρτητα από) την -ακόμα ειδικότερη- πανεπιστημιακή αρχιτεκτονική εκπαίδευση. Αυτή που είναι σήμερα η μόνη με κεντρικό αντικείμενο την αρχιτεκτονική, θεωρημένη όμως στο «υψηλότερο» δυνατό επίπεδο, ως Τέχνη, Επιστήμη και Κοινωνική Δράση. Γι’ αυτό άλλωστε, και αυτή η πανεπιστημιακή έκφανση της παραμένει συνήθως πολύ δύσκολα προσπελάσιμη από τον κοινό πολίτη, παρότι ο τελευταίος (χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί) κάνει κατ’ ανάγκην συνεχώς ποικίλες αρχιτεκτονικές σκέψεις και πράξεις, πότε σωστές και πότε λαθεμένες.


    Γιατί μην ξεχνάμε αυτό που ήδη αναφέρθηκε: Οτι στο πρωτογενές επίπεδο θεώρησης της, η σχέση του πολίτη με την αρχιτεκτονική υπάρχει και λειτουργεί μέσα του ως φυσικό στοιχείο της υπόστασης του, κεφαλαιοποιώντας συνεχώς βιωματική αρχιτεκτονική εμπειρία και γνώση (καλή ή κακή). Κάτι που σημαίνει οτι η στοιχειώδης παιδευτική πλαισίωση του, που αναφέρθηκε προηγουμένως, θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παρεμβαίνει αρχιτεκτονικά στο περιβάλλον του -ιδιωτικό και δημόσιο- πολύ σωστότερα, τόσο προς όφελος του ιδίου, όσο και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου. (Άλλωστε, αυτές οι αναρίθμητες, συνεχείς, μικρές, μεμονωμένες -και πολύ συχνά όχι δόκιμες- ατομικές παρεμβάσεις συμβάλλουν στη δημιουργία της μεγάλης, συνολικής, συλλογικής αρχιτεκτονικής δυσπραγίας που καταδυναστεύει τη ζωή μας).


    Επιμύθιο


    Θα είναι όμως μακρύς και δύσκολος ο δρόμος αυτής της προσπάθειας. Και επιπλέον χρειάζεται να είναι, όχι μόνο ατομικός, αλλά συλλογικός.

    Για την ώρα, σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο απλώς επισημαίνεται ένα υποτιμημένο (ή παντελώς ελλείπον, αλλά -κοινωνικά- πολύ αναγκαίο) πεδίο αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Και -κυρίως- διατυπώνεται η πρόταση μίας γενικής ιδέας για την θετική ενεργοποίηση του.

    Ιδέα που χρειάζεται φυσικά να γίνει σαφέστερη, να «ξεδιπλωθεί» σταδιακά με συνεχείς κυκλωτικές κινήσεις, με σκέψεις, παραδείγματα, μεθοδολογικές προσεγγίσεις και αντίστοιχα διδακτικά εργαλεία. Ιδέα που χρειάζεται επιπλέον να αποκτήσει τη μορφή και δύναμη συλλογικής προσπάθειας. Δηλαδή να ενωθεί με άλλες ανάλογες ιδέες, που σήμερα ξέρω ότι υπάρχουν, αλλά αναγκαστικά λειτουργούν ως ασύνδετα, μεμονωμένα «κομμάτια και αποσπάσματα» που ζητούν την συγκρότηση τους σε παραγωγικό «όλο».

    Όσο για την προσωπική περίπτωση μου; Μετά από τόσα χρόνια – με το ένα πόδι στηριγμένο διαρκώς στην εφαρμογή και με τα δύο (!) στην πανεπιστημιακή διδασκαλία της αρχιτεκτονικής- είναι νομίζω η ώρα, να την υπηρετήσω εκ νέου, αλλά κυρίως συμβουλευτικά. Και μάλιστα στο πεδίο της κυριαρχούσας σκληρής κοινωνικής πραγματικότητας σε αναφορά με το τι είναι η αρχιτεκτονική. Πραγματικότητα που βρίσκεται και λειτουργεί πρωτίστως εκτός των ειδικών, προστατευόμενων, εξιδανικευμένων θεωριών και πρακτικών των Αρχιτεκτονικών Σχολών. Δηλαδή στην πραγματική πραγματικότητα, όπου η αρχιτεκτονική μας γεμίζει χαρά, αλλά και μας βασανίζει πληγώνοντας μας, όπως και εμείς -την ίδια ώρα και με ανάλογο τρόπο- την βασανίζουμε και την πληγώνουμε, παρότι (λέμε οτι) την αγαπούμε.


    Τάσος Μπίρης
    Αθήνα, Σεπτέμβριος 2016