Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    Ο σπόρος, το δέντρο, το δάσος. Η διδασκαλία ως συνέχεια

    44.


    Ο σπόρος, το δέντρο, το δάσος. Η διδασκαλία ως συνέχεια


    Το κείμενο είχε παρουσιαστεί από τον Τάσο Μπίρη κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Δ.Π.Θ. όπου οργάνωσε και δίδαξε το μάθημα της Σύνθεσης από το 1999 μέχρι το 2005, οπότε και παραιτήθηκε. Βλ. κείμενο 35.

    Το κείμενο αναρτήθηκε μία και μοναδική φορά στον ιστότοπο του Γιώργου Τριανταφύλλου, ο οποίος με την ευκαιρία του κειμένου, έκανε την εικονογράφηση έχοντας ψάξει και βρει στο διαδίκτυο το αρχικό βίντεο του παραμυθιού «Ο άνθρωπος που φύτευε δέντρα», στο οποίο ο Μπίρης αναφέρεται στο κείμενό του.


    Κε Κοσμήτωρ,

    Κε Πρόεδρε,

    Να ευχαριστήσω το Δημοκρίτειο και το νεαρό Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής , εδώ στην Ξάνθη. (Δηλαδή τους σπουδαστές και τις σπουδάστριες, τους διδάσκοντες και τις διδάσκουσες, ιδιαιτέρως τον Επίκουρο καθηγητή Πάνο Εξαρχόπουλο, που είχε την ιδέα και συμμετείχε ενεργά στην υλοποίηση της, γι’ αυτή την –πολύ τιμητική για μένα- εκδήλωση.

    Κυρίες και Κύριοι.

    Τίτλος της ομιλίας μου είναι :

    «Ο σπόρος, το δέντρο, το δάσος. Η διδασκαλία ως συνέχεια».


    I.

    Πρώτα όμως να εξηγήσω κάπως τον τρόπο με τον οποίο συσχετίζω αυτό τον τίτλο με την γέννηση και εξέλιξη του Τμήματος σας όπως –τουλάχιστον εγώ- την εβίωσα.

    Και για να το κάνω αυτό, επιτρέψτε μου να περιγράψω μια παλιά ταινία κινουμένων σχεδίων προορισμένη για παιδιά νηπιακής ηλικίας (που -εντούτοις- είχε συνεπάρει και εμένα, όταν την παρακολούθησα κατά τύχη. Και μάλιστα ενόσω είχα ήδη αρχίσει να διδάσκω το μάθημα της Σύνθεσης στο Τμήμα σας).

    Επίσης, παρακαλώ να συγχωρέστε όποιες πιθανές παρεκβάσεις από το πρωτότυπο θα έχει πιθανώς η διήγηση μου αυτή. Και τούτο γιατί γίνεται από μνήμης, μιας και δεν είχα την ευκαιρία –μέσα στα χρόνια που πέρασαν- να ανατρέξω ξανά σε αυτό.



    p1

    Η ταινία είναι βασισμένη στο διήγημα του Zan Ziono «Ο άνθρωπος που φύτευε δέντρα». Συγκεκριμένα, παρουσιάζει τις περιπλανήσεις του συγγραφέα στις βουνοπλαγιές των υπωρειών των Άλπεων στην περιοχή της Προβηγκίας, στις ρίζες των οποίων βρίσκεται και το χωριό του.

    (Να σημειώσω ότι οι περιπλανήσεις αυτές έγιναν σε τρείς διαφορετικές φάσεις, ενώ το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τους κάλυψε περίπου 30 τόσα χρόνια).

    1913-1945

    Στην πρώτη φάση ο συγγραφέας κινείται στο –τότε- αφιλόξενο και απογυμνωμένο από κάθε βλάστηση αυτό τοπίο, τραυματισμένο βάναυσα από καταστροφικές ανθρώπινες παρεμβάσεις, όπως η εκτεταμένη ιλοτόμηση.



    p2

    Εκεί συναντά ένα περίεργο μοναχικό άνθρωπο. Ένα βοσκό, με τον οποίο γνωρίζονται, συνομιλούν και έτσι αναπτύσσεται μεταξύ τους μία φιλία. Ο βοσκός μάλιστα του προτείνει να μείνει στο ερειπιώδες κατάλυμα του για όσο θα διαρκέσουν οι περίπατοι του συγγραφέα στο βουνό, τους οποίους θα μπορούσε να συνδυάσει με τις δικές του διαδρομές για την βοσκή των –λίγων- προβάτων του.

    Πράγματι, ήδη από το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας ετοιμάζονται να ξεκινήσουν την κοινή διαδρομή τους. Λίγο πριν φύγουν όμως ο συγγραφέας παρατηρεί μια περίεργη προετοιμασία που κάνει ο βοσκός πριν την έξοδο τους : Συγκεκριμένα επιλέγει με προσοχή 7 βελανίδια από μία ποσότητα αποθηκευμένη σε ένα δοχείο και τα βάζει με προσοχή στο ταγάρι του. Στη συνέχεια, αντί για γκλίτσα, παίρνει ανά χείρας ένα –όχι μεγάλο- μεταλλικό λοστό και με αυτό τον «εξοπλισμό» οδηγεί τον περιηγητή στις άγριες πλαγιές του βουνού.



    p3

    Κάποια στιγμή, μετά από αρκετή ώρα, κάνουν την πρώτη τους στάση για ξεκούραση. Όμως ο βοσκός δεν παραμένει αργός. Πάει λίγο ποιο κει, επισημαίνει μία κατάλληλη θέση στη γη και εκεί σκάβει με το λοστό μια μικρή τρύπα. Τοποθετεί μέσα της ένα βελανίδι, την κλίνει με χώμα και επιστρέφει για να συνεχίσουν την πορεία τους.



    p4

    Σε κάθε μια από τις ανάλογες στάσεις τους που ακολουθούν, ο βοσκός επαναλαμβάνει αμίλητος ακριβώς την ίδια διαδικασία, χωρίς ο συγγραφέας να τον διακόπτει με ενοχλητικές ερωτήσεις.

    Με το σούρουπο επιστρέφουν στο κατάλυμα και ενόσω ξεκουράζονται, ο τελευταίος επιχειρεί να λύσει την απορία του ρωτώντας τον πρώτο για τον λόγο αυτής της επαναλαμβανόμενης «τελετής».

    Πριν απαντήσει ο βοσκός τον ρωτά :

    «Παρατήρησες εδώ και εκεί στον δρόμο μας κάτι «τούφες» από νέες βελανιδιές που διέκοπταν το στέρφο έδαφος;»
    Ο συγγραφέας κουνά το κεφάλι καταφατικά καθώς θυμάται το γεγονός, στο οποίο όμως δεν είχε δώσει τότε σημασία.
    Και ο βοσκός συνεχίζει : «Ε λοιπόν, αυτές τις έχω φυτέψει εγώ τα τελευταία τρία χρόνια, αφότου άρχισα κάθε μέρα –βρέξει, χιονίσει- να φυτεύω 6 έως 7 σπόρους στην έρημη βουνοπλαγιά καθώς οδηγούσα τα πρόβατα.



    p5

    Οι περίπατοι (και η σπορά) συνεχίστηκαν για κάποιο διάστημα ακόμη. Και μετά ο συγγραφέας αποχώρησε για το Παρίσι χωρίς να επισκεφτεί το χωριό του, καθώς θεωρούσε τους χωριανούς υπεύθυνους για την καταστροφή του βουνού.

    Η δεύτερη συνάντηση του με τον βοσκό έγινε 12 χρόνια αργότερα. Όμως τώρα τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ στο βουνό. Με κατάπληξη είδε να έχουν προστεθεί στις βελανιδιές και νεαρές οξιές, ιτιές και σημύδες. Ο αέρας βούιζε ανάμεσα στα φυλλώματα τους και η ευλογία της ζωής είχε επανέλθει στον έρημο τόπο. Άλλα ο βοσκός πάντα εκεί. Σε κάθε διαδρομή του φύτευε υπομονετικά τους σπόρους του.

    Κάποια στιγμή ο συγγραφέας αποχώρισε σκεφτικός και πάλι για το Παρίσι.

    Όταν ξανά επέστρεψε μετά από 15 χρόνια στο βουνό, βρήκε όπως πάντα τον βοσκό -γέρο πια- να επαναλαμβάνει και να απολαμβάνει το έργο ζωής του.



    p6

    Τώρα πια αυτό είχε εξελιχθεί σε ένα επιβλητικό δάσος που κάλυπτε τις πλαγιές. Παντού άκουγες κελαϊδίσματα πουλιών και το κελάρυσμα ρυακιών. Το νερό είχε επιστρέψει. Τα πουλιά και τα έντομα μετέφεραν την γύρη δημιουργώντας νέα είδη φυτών και δέντρων. Και το σημαντικότερο, το δάσος πια μεγάλωνε μόνο του, ως αυτοτροφοδοτούμενο νέο οικοσύστημα. Μέσα σ’ αυτό και ο αρχικός δημιουργός του, να συνεχίζει τη σπορά.

    Τούτη τη φορά, μετά το πέρας της παραμονής του στο βουνό, ο συγγραφέας επισκέφτηκε επιτέλους και το χωριό του καθώς πίστεψε ότι η «κατάρα» της ερήμωσης είχε παρέλθει και δεν βάραινε πια τους κατοίκους του.

    Και τότε τι να δει! Βρήκε όλους τους κατοίκους (με πρώτο τον Δήμαρχο) στην κεντρική πλατεία όπου ετοίμαζαν μια μεγάλη γιορτή. Ήταν γιορτή για το ζωογόνο δάσος που «έγινε μόνο του, ως εκ θαύματος», καθώς δεν γνώριζαν ότι αυτό οφειλόταν σε ανθρώπινο χέρι. Το χέρι του «ανθρώπου που φύτευε δέντρα».



    p7

    Όσο για αυτόν; Ακόμη και εκείνη την ώρα συνέχιζε το φύτεμα, απερίσπαστος, μόνος, σιωπηλός, πιστός, μακριά από τελετές για «θαύματα» και άλλα παρόμοια, με τα οποία συχνά εξηγούμε ότι δεν (θέλουμε να) γνωρίζουμε ή να καταλάβουμε.


    II.

    Ας έρθουμε τώρα στη συσχέτιση της ιστορίας αυτής με την ιστορία του Τμήματος σας:

    Α. Ο σπόρος λοιπόν στην περίπτωση αυτή είναι η σύλληψη και υλοποίηση της ιδέας για τη δημιουργία του Τμήματος. Και παρότι η επίπονη διαδικασία της εξέλιξης μίας τέτοιας ιδέας από την γέννηση στην υλοποίηση της μπορεί να συντελεσθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας (όπως εν προκειμένω έγινε με το «Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης») έχει όμως ταυτοχρόνως και ένα συγκεκριμένο αρχικό γεννήτορα. Αυτόν που είχε το όραμα, τη βούληση, την απίστευτη επιμονή και τη στρατηγική να παρακολουθήσει κατά πόδας αυτή την μακρά διαδρομή.



    p8

    Και το όνομα του είναι : Καθηγητής Χρίστος Αθανασόπουλος, ο πρώτος πρόεδρος του Τμήματος.

    Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ότι, όσον αφορά τον σπόρο που γέννησε το Τμήμα, η προσφορά του Χρίστου Αθανασόπουλου είναι άλλης τάξεως από οποιαδήποτε προσφέραμε εμείς οι υπόλοιποι πρώτοι διδάξαντες.

    Αυτός, σε συνεργασία με το «Δημοκρίτειο», πέτυχε να αποφασισθεί η ίδρυση, η χρηματοδότηση και η διοικητική οργάνωση του Τμήματος. Ταυτοχρόνως και εκείνη του προγράμματος σπουδών, καθώς και της επιλογής και πρόσκλησης των πρώτων καθηγητών του από Σχολές της επικράτειας. Μιας και αυτό δεν διέθετε ακόμη δικούς του νέους εκλεγμένους καθηγητές και καθηγήτριες.

    -Θυμάμαι την ανεπανάληπτη «πρώτη φορά», (το πρώτο μάθημα των συνθέσεων) στο οποίο υπήρξα καθηγητής.

    -Θυμάμαι τον πρώτο χώρο διδασκαλίας. Ήταν αναγκαστικά μια μικρή ακατάλληλη αίθουσα με θρανία(!) και όχι σχεδιαστήρια.

    -Θυμάμαι τους πρώτους σπουδαστές και τις πρώτες σπουδάστριες. «Άγνωστους –ες εν μέσω αγνώστων» με προέλευση από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Χωρίς ακόμη οιαδήποτε αίσθηση κοινής μοίρας, κοινής συνείδησης, κοινής δράσης, κοινού αντικειμένου. Με βαθειά ανησυχία και έλλειψη πίστης για την τύχη τους και –συγκεκριμένα- εάν το δίπλωμα τους θα ήταν ισότιμο με εκείνο των κεντρικών Σχολών και Τμημάτων. Με καμία πηγή πληροφόρησης για το πώς θα ήταν η πανεπιστημιακή ζωή. (Αναλογιστείτε ότι δεν υπήρχε προηγούμενη τάξη να τους ενημερώσει για το παραμικρό, τόσο για το Τμήμα και τους δασκάλους του, όσο και για την «άγνωστη πόλη» της Ξάνθης, όπου θα ζούσαν από εδώ και μπρός.

    -Θυμάμαι και εμάς τους δασκάλους και τις δασκάλες, μαζί με τους συνεργάτες μας, να προσπαθούμε να στήσουμε από κοινού το μάθημα της Σύνθεσης, σχεδόν «εν κενό».

    Στο τέλος όμως της χρονιάς τα πράγματα είχαν αλλάξει.

    -Υπήρχε πια φιλική συλλογική επικοινωνία των διδασκομένων μεταξύ τους και με τους δασκάλους και τις δασκάλες τους.

    -Ο χώρος της διδασκαλίας ήταν πια τα σχεδιαστήρια του Νέου Κτηρίου.

    -Η πόλη όχι μόνο είχε γίνει φιλόξενος κοινωνικός καθημερινός χώρος, αλλά αποτελούσε και τον τόπο για τον οποίο –τις περισσότερες φορές- προορίζονταν τα θέματα που οι διδασκόμενοι επεξεργάζονταν στο μάθημα.



    p9

    -Και οι ίδιοι (αγόρια και κορίτσια) είχαν αρχίσει τον μετασχηματισμό τους. Να μετατρέπονται δηλαδή σταδιακά, από αδιάφοροι «θεατές» και «σχολιαστές» της αρχιτεκτονικής, σε – μετά σκέψεως και γνώσεως- συνθέτες μέλλοντες αρχιτέκτονες. Αυτοί και αυτές θα είχα πια την ευθύνη από εδώ και μπρός να μεταφέρουν (με τον δικό τους μοναδικό τρόπο) στους επόμενους και τις επόμενες συναδέλφους τους, τα – θετικά ή αρνητικά- βιώματα τους από το προηγούμενο διδακτικό έτος.



    p10

    Όσο για μένα, μετά από 35 χρόνια συμμετοχής μου στην –οργανωμένη και με μακρά παράδοση- Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας, η συμμετοχή μου σε αυτή την «για πρώτη φορά» γέννηση ενός Τμήματος αρχιτεκτονικής είχε κάτι από την περιπέτεια των πρώτων αποίκων στο «Far West».

    Δηλαδή, ήμουν –κατά κάποιον τρόπο- αποδεσμευμένος από το ιστορικό μου προηγούμενο, χωρίς την ασφάλεια και το «Politically correct» προϋπαρχουσών δομών και γνωριμιών. Τίποτα δεν ήταν σίγουρο και όλα μπορούσαν να χαθούν ή να κερδηθούν από ελάχιστες πρώτες –ακόμη και ασυνείδητες- αποφάσεις, ενέργειες, συμπεριφορές μου.

    Ε, λοιπόν. Αυτή τη «μοναδική χαρά του πρωτόγνωρου» δεν θα την ξεχάσω ποτέ και ας έχουν δει τα μάτια μου πολλά στο χώρο της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.



    p11

    Β. Τα πρώτα δέντρα :

    Σήμερα, μετά από 16 χρόνια προηγούμενης λειτουργίας του Τμήματος, τα πρώτα νέα δέντρα είναι πια μπροστά μας, όπως ακριβώς συνέβη με τις βελανιδιές, τις οξιές, τις ιτιές και τις σημύδες του βοσκού.

    Είναι οι απόφοιτοι (οι προηγούμενες γενιές των τέως σπουδαστών και σπουδαστριών του Τμήματος της Ξάνθης, αλλά και όλων των άλλων νέων Τμημάτων που ξεκίνησαν περίπου τον ίδιο χρόνο).

    Αποφοίτησαν, βγήκαν στον πραγματικό κοινωνικό χώρο και έκαναν (ή προσπάθησαν να κάνουν) πραγματική αρχιτεκτονική.
    Κινήθηκαν στο εξωτερικό και στο εσωτερικό κάνοντας μεταπτυχιακά και αρχίζοντας διατριβές.

    Και τώρα φέρνουν πίσω εμπειρίες, ανατροφοδοτώντας το Τμήμα με παρατηρήσεις και νέες πρακτικές. Μερικοί και μερικές ήδη συμβάλουν στη διδασκαλία του.

    Σ’ αυτή την ενδιάμεση φάση βρίσκεται σήμερα το Τμήμα. Ούτε πολύ μπρός, αλλά ούτε και πολύ πίσω, μιας και ο χρόνος εξέλιξης της αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας της δεν είναι ο «τηλεοπτικός», των ανά εβδομάδα «νέων» και «πρωτότυπων» εξελίξεων της μόδας. Τώρα μπορεί επιτέλους η προηγούμενη δράση του τμήματος να κριθεί και να αξιολογηθεί πραγματικά!

    Λειτουργεί πια και η δημόσια παρουσία του Τμήματος στα δρώμενα της πόλης της Ξάνθης και της ευρύτερης Πανεπιστημιακής Κοινότητας ανά την επικράτεια.

    Υπάρχει πια η αυτοδιοικητική αυτονομία του Τμήματος, που εξασφαλίζει και την φυσιολογική συνέχεια του ως ανεξάρτητη διδακτική οντότητα, υπογραμμίζοντας αυτή την αυτονομία.

    Τέλος, έχει αρχίσει να είναι εμφανής και η σύνδεση του Τμήματος με μια –όχι τυχαία- ιστορική συνέχεια, με ένα ιστορικό προηγούμενο, που συγκροτεί την διδακτική του ταυτότητα. (Αλλά γι’ αυτό το εξαιρετικά σημαντικό θέμα θα μιλήσω στη συνέχεια κλείνοντας πια την ομιλία μου).



    p12

    Γ. Το δάσος:

    Είναι η περίοδος της επόμενης (μελλοντικής) 15/ετίας -αλλά και πέραν αυτής- που μόλις τώρα αρχίζει.
    Θα είναι εκείνη κατά την οποία το «οικοσύστημα» του Τμήματος θα μπορεί να ανανεώνεται πια και από μόνο του, χωρίς τους αρχικούς δασκάλους του, που –πολύ σωστά- έχουν ήδη αποχωρήσει. Ακόμη και απρόσμενα μελλοντικά «νέα είδη» διδασκαλίας θα εισάγονται από τους νέους δασκάλους και τους «φτερωτούς» επισκέπτες που επανακάμπτουν ή πρωτοέρχονται σε αυτό για να μείνουν ή να φύγουν, όπως συνέβαινε και στο δάσος του βοσκού.

    Το κυριότερο. Η διδακτική ταυτότητα του Τμήματος θα έχει πια αποσαφηνισθεί και θα διατηρείται ως υποδόρια πρωτογενής βάση αναφοράς με ισχυρή διδακτική ρίζα, που υποστηρίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της νεοτερικότητας του. Άλλωστε –όπως είπα προηγουμένως- υπάρχει και το χαρακτηρίζει ήδη ποικιλοτρόπως στις δια- τμηματικές και δια -σχολικές συζητήσεις για τα αρχιτεκτονικά εκπαιδευτικά δρώμενα που διεξάγονται σε όλη την χώρα.

    Να εξηγήσω εδώ τι εννοώ με τους όρους «διδακτική συνέχεια» και «διδακτική ταυτότητα».

    Έχει νομίζω σημασία ότι ο Χρίστος Αθανασόπουλος υπήρξε Επιμελητής του Ιωάννη Δεσποτόπουλου, αυτού του εμβληματικού δασκάλου του «Ελληνικού Μοντερνισμού». Όπως υπήρξα και εγώ Βοηθός του, ως νεώτερος. Όπως και ο ίδιος ο Δεσποτόπουλος είχε προηγούμενος υπάρξει πρώτος Έλληνας μαθητής του Bau- Haus κατά τη μακρινή περίοδο του 1930. Όπως και πολλοί νεότεροι διδάσκοντες του Τμήματος της Ξάνθης που μας ακολούθησαν, είχαν επιρροές από τον Δεσποτόπουλο και το «Μοντέρνο», καθώς υπήρξαν μαθητές και μαθήτριες μας. Με αυτή την έννοια λοιπόν, το «Μοντέρνο πνεύμα» υπήρξε κεντρική ιδιότητα του «σπόρου» που το γέννησε.



    p13

    IIΙ.

    Ιδού λοιπόν η «διδασκαλία ως συνέχεια», που αναφέρω στον τίτλο μου.

    Είναι μια διαρκής «ροή» που χάνεται σε βάθος χρόνου προς το παρελθόν και το μέλλον δια μέσω του παρόντος.
    Θα προσέξατε ίσως ότι δεν απεκάλεσα προηγουμένως αυτή τη συνέχεια «αλυσίδα». Καθώς η αλυσίδα είναι σύστημα κλειστό ενώ το συγκεκριμένο πρωτογενές ίχνος του Μοντέρνου είναι –εκ της φύσεως του- διαρκώς ανοιχτό σε κάθε σημείο του, προς νέες κατευθύνσεις, νέες αρχιτεκτονικές, νέες ιδέες. Και ταυτοχρόνως λειτουργεί γι’ αυτές ως ενοποιητική σταθερή βάση αναφοράς, ώστε έτσι να αποφεύγεται η χαοτική αποδόμηση τους «εις τα εξ’ ων συνετέθησαν».

    Αυτή η ιδιόμορφη ταυτότητα, (η ρίζα) της συνέχειας, χρειάζεται να γίνει συνείδηση τόσο των διδασκόντων όσο και των διδασκομένων του Τμήματος. Ώστε ακόμη και η τυχών αποκοπή τους από αυτήν να είναι συνειδητή, ηθελημένη, γνωστική.

    Γιατί και ένας νέος -εκτός οποιασδήποτε συνέχειας- διδακτικός δρόμος θα είναι εξίσου πολύτιμο κεφάλαιο για αυτούς. Ακόμη και εάν είναι χωρίς ρίζα, αυτοφυής, «ως εκ θαύματος». Κάτι που πάντως, επιτρέψτε μου να πω ότι σπανίζει ! Όπως (δεν) συνέβη και με το δάσος του γέρο- βοσκού.



    p14

    Δεν είναι τυχαίο ότι θέτω αυτό το ζήτημα του διδακτικού μας αυτοπροσδιορισμού προς μελλοντική συζήτηση.
    Και τούτο γιατί έχω παρατηρήσει ότι, ενώ υποδορίως διατρέχει τα εκπαιδευτικά δρώμενα των Σχολών και Τμημάτων, συνήθως αποφεύγεται η αναφορά σε αυτό, ίσως εξαιτίας του πνιγηρού «Politically Correct» που μας έχει φάει. Με αποτέλεσμα οι σπουδαστές και οι σπουδάστριες μας να μην ξέρουν ή να μην ασχολούνται με την ιδιομορφία της Σχολής ή του Τμήματος όπου φοιτούν, και από όπου στη συνέχεια θα αποφοιτήσουν.

    Έτσι δεν είναι περίεργο ότι συχνά νομίζουν ότι η πραγματική και επώνυμη εκπαίδευση τους «αρχίζει» αποκλειστικά από την συμμετοχή τους στα ξένα πανεπιστήμια της μετεκπαίδευσης τους. Με αποτέλεσμα η εντόπια Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση να θεωρείται μια τυπική απρόσωπη γραφειοκρατική διεκπεραίωση με στόχο την απόκτηση ενός «χαρτιού» ή μιας «βεβαίωσης», που ελάχιστα επηρεάζει επί της ουσίας τη ζωή τους.

    Και όμως, το πιο διδακτικό, πιο καλό και πιο αγαπητό αρχιτεκτονικό θέμα μου ( όμοιο με το οποίο δεν μου φαίνεται ότι πρόκειται να ξανακάνω) το έκανα στις σπουδές μου στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ήταν ένα ξωκλήσι γαντζωμένο στον βράχο της Μονεμβασιάς. Ήμουν τότε στο 3ο έτος, με καθηγητή τον αείμνηστο Παναγιώτη Μιχελή, έναν ακόμη πυλώνα αυτής της αρχαίας συνεχιζόμενης εντόπιας ρίζας…


    Τάσος Μπίρης


    31-3-2016



    p15