Η λήθη, οι μύθοι και η ξαφνική εμφάνιση πραγματικής Αρχιτεκτονικής

29.


Η λήθη, οι μύθοι και η ξαφνική εμφάνιση


πραγματικής Αρχιτεκτονικής




Έκθεση αρχιτεκτονικού έργου Εμμανουήλ Βουρέκα” (Άρθρο στην εφημερίδα “Η Καθημερινή”, 10/12/2012)


Ήταν συναρπαστική η διαδρομή του Εμμανουήλ Βουρέκα στην αρχιτεκτονική, και πολύτιμη η κτισμένη μαρτυρία που άφησε πίσω της για τον Ελληνικό Μοντερνισμό, όπως παρουσιάστηκαν σε αυτήν την έκθεση. Ήταν όμως και πολύ χρήσιμη η ένταξή της μέσα στη γενικότερη πολιτισμική “άνοιξη” και τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της ιστορικής περιόδου 1950-1960.

Δικαιώθηκε έτσι ξανά η προσπάθεια, -κάτω από δύσκολες συνθήκες- του Μουσείου Μπενάκη και των πολύ καλών συνεργατών του (της καθηγήτριας Μάρως – Καρδαμίτση Αδάμη, συνεπικουρούμενης από την αρχιτέκτονα Ναταλία Μπούρα) να αναδείξουν, την ελληνική αρχιτεκτονική και ειδικά την νεότερη. Μάλιστα, η προσπάθεια αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία όταν αφορά σε περιόδους και πρόσωπα που, ενώ έχουν σημαδέψει την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής μας -περιέργως- δεν έχουν τη θέση που τους αξίζει, όχι μόνο στην κοινή αντίληψη, αλλά ακόμη και σε εκείνη των ειδικών ή άμεσα σχετισμένων με την αρχιτεκτονική.

Γι’ αυτό, υπάρχει ένας παραπάνω λόγος που θα εξακολουθεί να μας απασχολεί πολύ, ακόμη και μετά το τέλος της, η συγκεκριμένη έκθεση, ως σημαντική συμβολή στην καταγραφή της Ιστορίας. Για παράδειγμα, να σκεφτούμε γιατί, ειδικά η αρχιτεκτονική περίοδος του Μοντερνισμού, όπως και άλλα νεότερα ιστορικά κεφάλαια, καλύπτονται -ιδιαιτέρως κατά τα πρόσφατα χρόνια του υλιστικού εκσυγχρονισμού της παγκοσμιοποίησης και της συνακόλουθης μεγάλης κρίσης- από άκρα του τάφου σιωπή. Ή τους προσδίδεται χαρακτήρας γραφικών “αναδρομών στα περασμένα” που συγκινούν, προκαλούν τη συλλογική συμπάθεια και το ενδιαφέρον, αλλά και ξεχνιούνται την επαύριο.

Παρατηρούσε κανείς ότι επισκέπτες της έκθεσης αναφωνούσαν συνεχώς με ευχαρίστηση : «.. Για δες αυτό δεν το ήξερα..» ή «Αυτό δεν το είχα καταλάβει..», πράγμα φυσικό για τους νέους και τους μη ειδικούς περί την αρχιτεκτονική. Αφύσικο όμως για όσους συνήθως παρουσιάζονται ως γνώστες και σχολιαστές των πάντων.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι, την ίδια ώρα του άδολου ξαφνιάσματος τους για την αποκάλυψη της μεγάλης αξίας εκείνου (παλαιού ή νέου) που τόσο καιρό έχουν οι ίδιοι ξεχάσει (ή εξαφανίσει;), πολλοί από αυτούς τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης μυθοποιούν και δοξάζουν το εντόπιο και διεθνές «απόλυτο τίποτα». Ενώ δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν ποτέ -παρότι ειδικοί- να καταλάβουν το πραγματικά νέο και καλό, την ώρα που έπρεπε, την ώρα που γεννιόταν μπροστά στα μάτια τους. Για να το “τιμούν” (σκόπιμα;) εκ των υστέρων, ως ανώδυνη περαστική ανάμνηση.

Αυτό λοιπόν το ειδικό έλλειμμα εναίσθησης που χαρακτηρίζει τη σχέση τους με το θαύμα της πραγματικής δημιουργίας και το ξαφνικό “ξύπνημα” τους (συνήθως μετά τον θάνατό του δημιουργού) είναι -νομίζω- πολύ χειρότερο και πιο επικίνδυνο φαινόμενο από την γνήσια (και δικαιολογημένη) άγνοια και αδυναμία κατανόησης του πεδίου από τους μη ειδικούς.

Είναι ολοφάνερο ότι ο Βουρέκας, όχι μόνο ήταν εξαιρετικός αρχιτέκτονας, αλλά σημάδεψε (όπως πολύ ορθώς επισημαίνεται στην έκθεση) την αρχιτεκτονική ιστορία του τόπου.

Πού και γιατί όμως ήταν “κρυμμένος” όλον αυτό τον καιρό, ώστε σήμερα να χρειάζεται “αποκατάσταση”;

Και πιο γενικά: πού και γιατί ήταν (και είναι ακόμη) κρυμμένος και αναξιοποίητος, ως διαρκούς αξίας διδακτικό υπόδειγμα σκέψης και πράξης και όχι μόνο ως μουσειακό έκθεμα, ο ελληνικός Μοντερνισμός; (Αυτή η εξαιρετικά δημιουργική περίοδος, όταν επιτέλους αποκτήσαμε δική μας σύγχρονη αρχιτεκτονική την οποία η διεθνής κοινότητα γνώριζε και αναγνώριζε. Και η οποία και σήμερα παράγει νέους κλώνους.)

Τι επιτέλους συμβαίνει -όπως και με άλλα “άγνωστα” ή “κρυμμένα” του τόπου μας- με αυτό το Διαρκές Μοντέρνο, ώστε να φοβίζει τόσο πολύ, ταράσσοντας τη μεταμοντέρνα “αφασία” και τον ερωτά μας για κάθε περαστικό –ξένο ή εντόπιο– Stararchitect.

Ας είναι λοιπόν καλά όσοι -έστω και ως μειοψηφίες- ξέρουν, καταλαβαίνουν, δεν ξεχνούν και αναδεικνύουν με αγάπη, αλλά χωρίς μυθοπλασίες, το πραγματικό δημιουργικό έργο. Άλλωστε αυτό -έτσι και αλλιώς- δεν κρύβεται, ούτε πεθαίνει, αλλά επιμένει. Γι’ αυτό και η αξία του είναι διαρκής.

T.M.