Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    Διάλογος στο διαδίκτυο μεταξύ Τάσου Μπίρη, Ανδρέα Γιακουμακάτου και Σταύρου Κουμούτσου

    40.


    Διάλογος στο διαδίκτυο μεταξύ Τάσου Μπίρη, Ανδρέα Γιακουμακάτου και Σταύρου Κουμούτσου.


    Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο GreekArchitects τον Μάιο και Ιούνιο 2015 και συνιστούν μια δημόσια συζήτηση την οποία άνοιξε ο Ανδρέας Γιακουμακάτος με το κείμενο που ακολουθεί:


    Η ιδέα του μοντέρνου στην ελληνική αρχιτεκτονική


    Η προσέλευση κοινού και ιδιαίτερα φοιτητών υπήρξε εντυπωσιακή, ενώ η παρουσίαση (βλ. βίντεο) από τον ομιλητή ήταν καλά οργανωμένη και πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς ο ίδιος αναμίγνυε στοιχεία βιογραφίας, σχολιασμό του προσωπικού έργου αλλά και δηκτικές αιχμές σχετικά με το ελλιπές ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα και την υστέρηση στην επαρκή κριτική προβολή της.

    Αυτό που κυριάρχησε στην αποκαλυπτική ομιλία του Τάσου Μπίρη ήταν η επίκληση της ιδέας του μοντέρνου, ακόμη καλύτερα του Μοντέρνου με Μ κεφαλαίο, ως γενεσιουργού ιδέας για την αρχιτεκτονική που ο ίδιος έχει σχεδιάσει. Ο Μπίρης, σε συνεργασία με τον αδελφό του Δημήτρη αλλά και με άλλους, έχει υπογράψει τις τελευταίες δεκαετίες μερικά από τα πιο αξιόλογα ιδιωτικά και δημόσια κτίρια στην Ελλάδα. Το ιδεολογικό ας πούμε σημείο εκκίνησης αυτής της δουλειάς είναι αυτό που ο Μπίρης αποκαλεί «μοντέρνο» και που έχει ορίσει διαχρονικά ως το απόλυτο σημείο αναφοράς για ό,τι θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως προσωπική ποιητική. Ωστόσο, είναι ωφέλιμη μια ανασύνθεση του γενικότερου πλαισίου αυτής της αναφοράς και αυτής της οριοθέτησης.

    Το «μοντέρνο κίνημα του 20ου αιώνα» ξεκινά συμβολικά το 1919, με τη δημιουργία στην ίδια πόλη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της σχολής του Μπάουχαους. Αυτό το «νέο οικοδομείν» που αποσκοπεί στην ικανοποίηση των τεράστιων οικιστικών αναγκών οι οποίες προκλήθηκαν από τις καταστροφές του πολέμου, γίνεται ο υποδοχέας των πειραματισμών των ιστορικών πρωτοποριών που αναπτύχθηκαν πριν και στη διάρκεια του Α΄ παγκόσμιου πολέμου. Στο γερμανόφωνο τόξο της Μεσευρώπης (Αυστρία, Τσεχοσλοβακία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελβετία) αναπτύσσεται το νέο αρχιτεκτονικό κίνημα με χαρακτηριστική κοινωνική και πολιτική συνείδηση. Η πρώτη φάση της πορείας του κινήματος αυτού ολοκληρώνεται το 1928, με την ίδρυση των Διεθνών Συνεδρίων Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής και την παραίτηση του Walter Gropius από το Μπάουχαους. Η διάρκεια λοιπόν του σκληρού πυρήνα του μοντέρνου κινήματος δεν ξεπερνά τα εννέα χρόνια.

    Η συνέχεια είναι λίγο διαφορετική, με τη σταδιακή μετατροπή του μοντέρνου κινήματος σε διεθνές στυλ, κάτι στο οποίο συμβάλλει και η έκθεση των Hitchcock και Johnson στο MoMA το 1932, παράλληλα με την άνοδο των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη που αναγκάζει πολλούς αρχιτέκτονες να μετακινηθούν σε άλλες ηπείρους. Η αρχιτεκτονική του μοντέρνου αποκτά διεθνή εμβέλεια εγκαταλείποντας τις ιδεολογικές αρχές των αρχικών ζυμώσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Gropius στην αμερικανική περίοδο δεν θα διανοηθεί να επανιδρύσει το Μπάουχαους, ενώ και άλλες τέτοιες προσπάθειες θα παραμείνουν άκαρπες. Εξαίρεση στο πλαίσιο αυτό αποτελούν οι χώρες της ευρωπαϊκής Μεσογείου (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα) όπου η αρχιτεκτονική του μοντέρνου κινήματος αναπτύσσεται με διαφορά μιας δεκαετίας, δηλαδή από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και μετά. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική στις δικές μας χώρες δεν έχει κίνητρα πολιτικά αλλά πλαστικά και αισθητικά, πράγμα στο οποίο συμβάλλει και η ποιητική διάσταση του έργου του Le Corbusier το οποίο θα επηρεάσει καταλυτικά το έργο των αρχιτεκτόνων της Νότιας Ευρώπης.

    Είναι εδώ απαραίτητη μια βασική επισήμανση: στο περιβάλλον της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου, μοντέρνα είναι η φονξιοναλιστική αντικειμενικότητα του Gropius, του May και του Duiker. Μοντέρνος είναι και ο πλαστικός εξπρεσιονισμός του Mendelsohn, του Scharoun αλλά και του Aalto· μοντέρνα είναι όμως και η νεοπλαστική αισθητική του Van t’Hoff, του Van Doesburg και του Rietveld. Μοντέρνα είναι φυσικά και η αισθητικοποιημένη μεσογειακή εκδοχή του Sert, του Terragni και του Μητσάκη. Ποιο είναι απ’ όλα το πιο μοντέρνο; Το ζήτημα συνοψίζεται εξαιρετικά στο έργο ενός κλασικού μοντερνιστή του 20ου αιώνα όπως ο Mies van der Rohe: είναι φονξιοναλιστής αλλά είναι πασίγνωστες και οι οφειλές του τόσο στον εξπρεσιονισμό όσο και στον νεοπλαστικισμό, για να μη μιλήσουμε για τις οφειλές του στον νεοκλασικισμό του Schinkel μέσω του μέντορά του Peter Behrens. Τι είδους μοντέρνος είναι λοιπόν ο Mies, κλασικός μοντερνιστής του 20ου αιώνα;

    Παρά την προσπάθεια των πρώτων ιστορικών του μοντέρνου κινήματος όπως ο Sigfried Giedion (Space, Time, Architecture, 1941) το λεγόμενο ευρωπαϊκό μοντέρνο δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο, ούτε στο ιδεολογικό ούτε στο εκφραστικό επίπεδο.

    Η κρίση του μοντέρνου, που έχει ήδη ξεκινήσει στη δεκαετία του 1930, καθώς και η ισχυρή κριτική της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, οδηγεί στο κλείσιμο των CIAM το 1959 και ουσιαστικά στην απελευθέρωση του πεδίου για την ανάπτυξη άλλων προσεγγίσεων. Δεν πρόκειται μόνο για τη θυελλώδη δεκαετία του 1960 και τις πρωτοπορίες της, αλλά και για τις διαδοχικές φάσεις που χαρακτηρίζονται καταρχάς από την καταλυτική εμπειρία του μεταμοντερνισμού. Δεν εμφανίζονται μόνο νέες σχεδιαστικές αντιλήψεις σχετικές με την έννοια της πολυπλοκότητας, της αποσπασματικότητας και του πλουραλισμού, αλλά και μια νέα ιδέα της «αρχιτεκτονικής της πόλης» ή της μορφολογίας της πόλης, δηλαδή μια νέα ιδέα σχετική με τον ρόλο της αρχιτεκτονικής στο πλαίσιο της σύγχρονης μητρόπολης.

    Είναι βέβαιο, συνεπώς, ότι τον τελευταίο μισό και περισσότερο αιώνα έχουμε ζήσει έναν πλούτο σχεδιαστικών προσεγγίσεων και θεωρητικού προβληματισμού που διεύρυνε την αντίληψη για την αρχιτεκτονική και ταυτόχρονα έδωσε τη δυνατότητα για την άσκηση κριτικής απέναντι στο μοντέρνο κίνημα, κριτικής που υπήρξε εν πολλοίς ορθή και εύστοχη. Η σημερινή εποχή δεν έχει καμιά σχέση με την εποχή του 1950, και ευτυχώς που είναι έτσι. Δεν σημαίνει φυσικά ότι όλα πήγαν καλά στη διεθνή αρχιτεκτονική, αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πραγματικότητα των τελευταίων επτά δεκαετιών. Ταυτόχρονα, είναι γεγονός ότι όλες οι διαδοχικές σχεδιαστικές προσεγγίσεις μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο χρησιμοποίησαν υποδόρια την εμπειρία του μοντέρνου κινήματος, είτε για να παραπέμψουν σε αυτό, είτε για να το κρίνουν, είτε για να το αποποιηθούν, είτε για να το χρησιμοποιήσουν ως σημείο εκκίνησης. Το μοντέρνο είναι ένα είδος βασικής εκπαίδευσης, είναι τα λατινικά των αρχιτεκτόνων του 20ου αιώνα τα οποία επικαλούνταν και ο Adolf Loos όταν αναφερόταν στον αρχιτέκτονα ως «ένα χτίστη που σπούδασε λατινικά», που είναι δηλαδή μορφωμένος. Από τα λατινικά όμως γεννήθηκαν άλλες σπουδαίες γλώσσες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μοντέρνα εμπειρία είναι η ιστορική μας παράδοση του 20ου αιώνα, μια παράδοση πλέον «κλασική» μιας και αυτή φαίνεται πως είναι ένα είδος «ρυθμικής μορφής» του αρχιτεκτονικού μας πολιτισμού, επιβιώνει και επανέρχεται διαρκώς με νέες μεταλλάξεις.

    Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Ο Μπίρης εμμένει σε μια «συνέχεια ως φυσική διαδικασία του μοντέρνου», ενώ υποστηρίζει ότι «το ρεύμα του μοντέρνου έχει στη φύση του την εξελικτική διαδικασία», διαδικασία προφανώς γραμμική και αδιαίρετη. Αυτή η εμμονή τον οδηγεί σε έναν αυτοπροσδιορισμό του χαρακτήρα της δικής του δουλειάς, καθώς προχωρεί στον αυτοματισμό της πλήρους ταύτισης της δικής του αρχιτεκτονικής με τη «μοντέρνα αρχιτεκτονική»: θα μιλούσαμε ακόμη περισσότερο για μια ιδιοποίηση του Μοντέρνου με Μ κεφαλαίο, καθώς ο ίδιος θεωρεί εαυτόν ως τον περιούσιο φορέα του. Για ποιο όμως μοντέρνο μιλάμε; Μήπως για μια προσωπική κατασκευή; Ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος, φίλτατος δάσκαλος του Μπίρη, πίστευε ως γνωστόν στην ανάγκη της συνέχειας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής ως τη μόνη ελπίδα για την ορθή πορεία της αρχιτεκτονικής στη μεταπολεμική εποχή. Πίστευε στην ανάγκη της συνέχειας γιατί ήταν υποχρεωμένος να αποδεχτεί την ασυνέχεια και την ασυνέπεια κατά την άποψή του της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, με την επέλαση του μεταμοντέρνου και του παντός είδους εκλεκτικισμού. Ο Δεσποτόπουλος όμως γεννήθηκε το 1903 και υπήρξε αυθεντικός εκφραστής της γενιάς του, και είναι γνωστό πόσο πιστοί (για να μην πούμε φανατικοί) υπήρξαν οι εκπρόσωποι της πρώτης γενιάς του μοντέρνου κινήματος στις απόψεις και τις πεποιθήσεις τους. Παρόλα αυτά ο Δεσποτόπουλος αναγνωρίζει την ήττα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1940 (αρκεί να διαβάσει κανείς τις επιστολές του) ενώ μέχρι το τέλος της ζωής του θα επικαλείται τον απολεσθέντα μοντέρνο παράδεισο, με αίσθηση της πραγματικότητας και ρεαλισμού για το τί συνέβη στη μεταπολεμική εποχή.

    Η εμμονή του Μπίρη σε μια ιδέα συνοχής και αδιάλειπτης συνέχειας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής έχει και μια σημαντική παρενέργεια: αγνοεί και απαλείφει, εμμέσως πλην σαφώς, όλον τον πλούτο του αρχιτεκτονικού πολιτισμού και των εμπειριών που φόρτισαν διεθνώς τον χώρο της θεωρίας και του σχεδιασμού από το 1945 και μετά. Πρόκειται για ένα πανόραμα που για τον ίδιο δείχνει να μην υπάρχει, ή και αν υπάρχει ότι δεν είναι άξιο γνώσης και αποτίμησης, πόσο μάλλον υιοθέτησης. Η έγκυρη προσέγγιση είναι η ορθόδοξη προσωπική προσέγγιση, η οποία ιδιοποιείται το σημαντικότερο κίνημα του 20ου αιώνα και προβάλλεται ως η μοναδική διέξοδος για μια αρχιτεκτονική εθνικής σημασίας. Κάθε δημιουργός καλλιεργεί την ύψιστη αυτο-πεποίθηση για τη δουλειά του: για τον ίδιο είναι καλό, δεν είναι όμως κατανοητή η προσωπική αναγόρευση στο βάθρο της καθολικής εγκυρότητας. Άλλωστε το «μοντέρνο» του Μπίρη ούτως ή άλλως δεν-μπορεί-να-είναι το μοντέρνο του Δεσποτόπουλου και των συγχρόνων του της δεκαετίας του 1920 και του 1930. Θα θέλαμε να είναι; Θα επρόκειτο για το χειρότερο είδος μορφοκρατικού αναχρονισμού. Διαφορετικά, δεν έχουν άδικο και οι υπέρμαχοι της συνέχειας της ιδέας του κλασικού, που θα έβρισκαν μεγάλη ικανοποίηση αν π.χ. το νέο μουσείο της Ακρόπολης εμφανιζόταν με αετώματα και παραστάδες. Το μοντέρνο (ή αυτό που θεωρούμε ή επιλέγουμε ως μοντέρνο) είναι όπως το κλασικό, το περιέχουμε αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να μας χαρακτηρίζει. Πιθανώς δεν είναι ούτε σκόπιμο.
    Τι είναι το λεγόμενο «μοντέρνο» του Τάσου Μπίρη; Πρόκειται για ένα σύνθετο και καλά επεξεργασμένο μετα-κορμπυζιανό μπρουταλιστικό ιδίωμα, ένα είδος έντεχνης επιτομής σχεδιαστικών τρόπων τόσο της προπολεμικής όσο και της μεταπολεμικής περιόδου του γαλλοελβετού δασκάλου σε συνδυασμό με την ευρύτερη κουλτούρα του ευρωπαϊκού μπρουταλισμού. Αυτή η επεξεργασία κατέκτησε ομολογουμένως υψηλή ποιότητα και ισχυρή αναγνωρισιμότητα καθώς χαρακτηρίζεται από πλαστική και εκφραστική ένταση, στους αντίποδες του πλαδαρού μοντερνισμού και της ανώνυμης μανιέρας πολλών κυρίως επιγόνων ή και σημερινών ιθαγενών νεομοντέρνων. Πρώτοι ερμηνευτές του μεταπολεμικού κορμπυζιανού ήθους υπήρξαν αρχιτέκτονες όπως ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος ή ο Δημήτρης Φατούρος· στη συνέχεια επιχειρήθηκε μια νέα σύνθεση της ιδέας του Le Corbusier για την εκφραστική φόρμα που αναθεωρούσε τις διαφορετικές δημιουργικές φάσεις του, προπολεμικές και μεταπολεμικές. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν ο Γιάννης Λιάπης, ο Κώστας Φινές, ο Λάζαρος Καλυβίτης, ο Δημήτρης Κονταργύρης, ο Κλέων Κραντονέλλης, ο Σθένης Μολφέσης, ο Πάνος Κουλέρμος και οι συνεργάτες τους στα αντίστοιχα γραφεία. Σημερινοί υψηλοί εκφραστές αυτής της κατεύθυνσης, εκτός από τον Τάσο Μπίρη και την ομάδα του, είναι οι Δημήτρης Ησαΐας και Τάσης Παπαΐωάννου, ο Νίκος Κτενάς, ο Παντελής Νικολακόπουλος αλλά και άλλοι. Πρόκειται για μια κυρίαρχη τάση στην ελληνική αρχιτεκτονική, που μεταξύ άλλων αναπτύχθηκε χάρη στη διδακτική επιμονή πολλών από τους προαναφερθέντες οι οποίοι είναι και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, κυρίως στο ΕΜΠ. Αναπτύχθηκε επίσης χάρη στην καταλυτική διαχρονική επιρροή στα καθ’ ημάς του Le Corbusier (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπήρξε ποτέ ούτε «κονστρουκτιβιστής» ούτε «εξπρεσιονιστής», ούτε προπολεμικά, ούτε μεταπολεμικά: το πρώτο βιβλίο του, Après le cubisme του 1918 αποποιούνταν, όπως δηλώνει και ο τίτλος, τις εμπειρίες των ιστορικών πρωτοποριών μιας και στόχευε, με την ίδρυση του Πουρισμού, σε μια καινούργια, νεοπλατωνική αντίληψη της τέχνης και της αρχιτεκτονικής η οποία θα συγκέραζε την ιδέα του κλασικού με τον μηχανικό πολιτισμό της εποχής).

    Η αρχιτεκτονική του Τάσου Μπίρη, εκτός από την αντίληψη του χώρου, έχει και μορφή και ιδίωμα. Η διαιώνιση του ιδιώματος ως «κλασικού» ιδιώματος είναι αστήρικτη, αντιφατική και αντιιστορική. Η αρχιτεκτονική του είναι σημαντική και δεν έχει ανάγκη από την επίκληση, ούτε την ιδιοποίηση της μεταφυσικής και εν τέλει ανύπαρκτης οντότητας του Αρχέτυπου Αέναου και Άσπιλου Μοντέρνου.


    Του Ανδρέα Γιακουμακάτου, 21-05-2015



    Στη συνέχεια παρατίθεται η δημοσίευση του Τάσου Μπίρη ως απάντηση στον Ανδρέα Γιακουμακάτο:


    I.Μερικές γενικές σκέψεις.

    Έχω αναφερθεί επανειλημμένα σε ένα περίεργο φαινόμενο που επικρατεί στον αποδομημένο «άγνωστο τόπο» της Ελληνικής αρχιτεκτονικής των τελευταίων σαράντα χρόνων. Πρόκειται για μία κοινώς αποδεκτή «τάξη πραγμάτων», ως σπάνια εξαίρεση εν μέσω της γενικής αταξίας. Την «τάξη» αυτή επιβάλλει το σχίσμα ανάμεσα στην θεωρία και την πρακτική εφαρμογή της αρχιτεκτονικής, ώστε να λειτουργούν ως δύο αυτονομημένα – και συνήθως ανταγωνιστικά – πεδία δράσης, που όχι μόνο δεν βοηθούν, αλλά αντιθέτως εμποδίζουν την αρχιτεκτονική να βρει το δρόμο της.
    Έτσι, πολλοί αρχιτέκτονες εφαρμογής πιστεύουν ότι γενικώς οι θεωρίες για την αρχιτεκτονική είναι «σκέτα λόγια». Και γι’ αυτό αναζητούν «πρόσωπο», ακόμη και εξουσία στον κοινωνικό χώρο, μέσω μίας ακόρεστης και αστόχαστης υπερπαραγωγής εφαρμοσμένου έργου.

    Από την άλλη μεριά, ορισμένοι θεωρητικοί διατείνονται ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος», (μια ρήση που όμως επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες). Κατ’ αυτούς λοιπόν, η θεωρία προηγείται χρονικά (και σε αξία) της εφαρμογής. Και γι’ αυτό είναι πιο σημαντική από αυτήν. Στην περίπτωση τους ο λόγος (και ιδιαίτερα ο κριτικός λόγος για τα έργα των αρχιτεκτόνων εφαρμογής) γίνεται εξίσου ισχυρό εργαλείο για προσωπική προβολή και απόκτηση εξουσίας. Καθώς μέσω αυτού (και «κατά το δοκούν») προβάλλονται εξαφανίζονται ή επανεμφανίζονται, θεοποιούνται ή δαιμονοποιούνται επιλεκτικά αρχιτεκτονικές και αρχιτέκτονες.

    Όμως, η «τάξη» που επιβάλλει το «σχίσμα» διαταράσσεται (νομίζω ευτυχώς) στην περίπτωση που ένας καλός θεωρητικός είναι και καλός αρχιτέκτονας εφαρμογής. Ή όταν ένας αρχιτέκτονας εφαρμογής έχει μεν καλό χτισμένο έργο, αλλά και δική του στέρεα θεωρία (και μάλιστα καταγεγραμμένη) η οποία στηρίζει το έργο του. Θεωρία, την οποία διατυπώνει δημοσίως ο ίδιος, χωρίς διαμεσολάβηση «ειδικών αξιολογητών και ερμηνευτών».

    Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όταν μέσω αυτής της θεωρίας (και όχι μόνο μέσω παράθεσης εικόνων των έργων του) ο αρχιτέκτονας εφαρμογής επικοινωνεί με τον κοινωνικό χώρο, εξηγώντας (και μάλιστα στα 70 του χρόνια πια!) το «τι», το «πως», το «για ποιόν», και κυρίως το «γιατί» της αρχιτεκτονικής του. Και επιχειρεί έτσι, να αυτοπροσδιοριστεί ως δημιουργική οντότητα. Κάτι που στη φοβική αυτή περίοδο θεωρείται, από ανεξήγητο έως αιρετικό, και γι’ αυτό επικίνδυνο.

    Τότε λοιπόν, ένας αέρας μεγάλης ανησυχίας διαπερνά το πεδίο. Οι ισορροπίες αλλάζουν, αναζητούνται εξηγήσεις, δίνονται ερμηνείες και η σιωπή που επιβάλει το «σχίσμα» διακόπτεται ακόμη και βιαίως.

    (Για να εξηγηθούμε: Από πλευράς μου, θεωρώ ότι ένας αρχιτέκτονας μπορεί (και είναι χρήσιμο) να καλλιεργεί και να δημοσιοποιεί τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες του σε όποιο πεδίο επιθυμεί, ακόμη και πέραν του κεντρικού αντικειμένου που υπηρετεί. Καθώς είναι κύριος του εαυτού του και υπεύθυνος απέναντι σε αυτόν τον «εαυτό» για τον λόγο και την πράξη του. Αρκεί αυτή η -κάπως σπάνια- γεφύρωση των πεδίων να συμβαίνει πραγματικά και όχι κατ’ επίφασην.

    Εξαίρεση, νομίζω, αποτελεί ο αρχιτέκτονας που είναι ταυτοχρόνως και Πανεπιστημιακός δάσκαλος. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος και η πράξη του δεν αφορούν μόνο τον ίδιο, αλλά και τον διδασκόμενο. Γι’ αυτό -πολύ ορθώς- η εκλογή του σε κάθε εκπαιδευτική περιοχή συνεπάγεται την κάλυψη από πλευράς του, ειδικών προϋποθέσεων και προδιαγραφών, γνώσεων, μεθοδολογίας κ.λ.π, που αντιστοιχούν στο συγκεκριμένο αντικείμενο που καλείται να διδάξει.
    Να επισημάνω όμως, παρόλα αυτά, το εξής περίεργο: Ότι ειδικά το μάθημα των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων, φαίνεται -αυτονόητα- να μπορούν να το διδάξουν όλοι!! Λες και αυτό και μόνο αυτό, δεν απαιτεί από τον διδάσκοντα ειδικές γνώσεις, ειδικές δεξιότητες, ειδική θεωρία και μεθοδολογία και κυρίως μεγάλη εμπειρία αρχιτεκτονικής πράξης. Ας είναι όμως).


    ΙΙ. Και τώρα στο προκείμενο, Ανδρέα μου:

    Δεν διανοούμαι να αμφισβητήσω το να κρίνεται η αρχιτεκτονική και τα «ρεύματα» που την διατρέχουν, με τον καθιερωμένο αποστασιοποιημένο, σχολαστικό, τακτοποιητικό, αναλυτικό τρόπο, που επιβάλει και στις δύο περιπτώσεις ακριβείς ημερομηνίες έναρξης και λήξης. Είναι ένας χρήσιμος τρόπος αυτός. Δεν είναι όμως (ούτε πρέπει να είναι) ο μόνος, όπως θα επιχειρήσω να εξηγήσω στη συνέχεια.

    Να επισημάνω, για παράδειγμα, οτι ενόσω αυτός ο τρόπος λειτούργησε ως μοναδική και κυρίαρχη μεθοδολογία κατάταξης της αρχιτεκτονικής, επιχειρήθηκε (και για διαστήματα κατορθώθηκε) να οδηγηθεί το Μοντέρνο -και όχι μόνο- στις «προθήκες θανόντων» των Μουσείων. Παρότι το ρεύμα αυτό, ως γενικός τρόπος σκέψης και πράξης, διατηρήθηκε ολοζώντανο και μάλιστα σε περιόδους πολύ δύσκολες, μέχρι και σήμερα, διαρκώς αντιμαχόμενο τις παντοδύναμες κοινωνικές δομές της υπερκατανάλωσης και του θεάματος.

    Μην ξεχνάς ότι ο συγκεκριμένος κύκλος μοντέρνων και ύστερο -μοντέρνων αρχιτεκτόνων που – κάπως μεταχρονολογημένα – αναφέρεις στο κείμενο σου, εξωθήθηκε, πλην εξαιρέσεων μέχρι προσφάτως, σχεδόν ολοκληρωτικά στα «αζήτητα». (Ξεκινώντας από τον Δεσποτόπουλο, ως αρχαιότερο, μέχρι τον Παπαγιαννόπουλο και άλλους, ως νεότερους).
    Και το λέω μετά λόγου γνώσεως. Γιατί ήταν ένας «κύκλος» στον οποίο ευτύχησα -το κατά δύναμιν- να συμμετάσχω και εγώ, γλυτώνοντας κυρίως από τύχη, αλλά και από αρβανίτικη επιμονή, το «χρονοντούλαπο της ιστορίας».



    arvanitis

    Ηπειρώτης αρβανίτης σε στιγμές ηρεμίας (!) στοχάζεται. (σχέδιο Τ. Μπίρη)


    Για να μπορώ να αναφέρομαι ως διασωθείς, συνεχώς σε αυτόν μέσα στο χρόνο και σε κάθε ομιλία μου. Και όχι μόνο τώρα, που όλοι αυτοί οι -κατά πλειοψηφία θανόντες- εξαιρετικοί αρχιτέκτονες βγαίνουν ξαφνικά στο προσκήνιο. Είτε σαν «λαγοί μέσα από καπέλο», είτε (ευτυχώς) μέσω πολύ χρήσιμων ιστορικών ερευνών νεωτέρων συναδέλφων. Ερευνών που -περιέργως- χαρακτηρίζονται «μικροιστορία»!!

    Όσον αφορά τώρα τον δικό μου τρόπο αντίληψης, αποκρυπτογράφησης, κατανόησης και «χρονολόγησης» των «Μεγάλων Ρευμάτων», στα οποία φυσικά εντάσσω και το «Διαρκές Μοντέρνο», (και καθόλου τις εμφανιζόμενες ανά εβδομάδα «προωθημένες» αρχιτεκτονικές της μόδας) να πω τούτο: Τα ρεύματα αυτά θεωρώ ότι είναι θεμελιώδεις συλλογικές δομές πολιτισμού που ενώνουν τον κόσμο με τους Τόπους. Δομές που -κατά βάση ενεργοποιούνται από αρχέγονες, διαρκείς ανθρώπινες ροπές, ομοιότροπες ή ανομοιότροπες και εναλλασσόμενης έντασης ως προς την μεταξύ τους σχέση, αναλόγως τις ιστορικές συγκυρίες που βιώνουν οι κοινωνίες και τα άτομα που τις συγκροτούν.

    Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ποτέ και κανένα ρεύμα δεν κυριαρχεί συνεχώς, αλλά ούτε και χάνεται εντελώς. Και έτσι δεν «ξεμπερδεύουμε» με αυτά καταγράφοντας συνεχώς ημερομηνίες «έναρξης» και «λήξης», όπως είπα προηγουμένως. Επίσης δεν μπορεί κανείς (ανόητος) να τα ιδιοποιηθεί (!) παρά μόνο οι νουνεχείς να διδαχθούν από αυτά, σε αναφορά με την αρχιτεκτονική, αλλά και την ίδια τη ζωή, διατηρώντας τα ως σημεία -κυρίως ιδεολογικής- αναφοράς και όχι ως λυσάρια στιλιστικών προτύπων.

    Όπως καταλαβαίνεις, αυτή η θεώρηση μου (ως παραπληρωματική της δικής σου) δεν είναι αναλυτική, αλλά συνθετική – ολιστική. Είναι επιπλέον και συμβατή με την φύση μου και το πεδίο που υπηρετώ, ως αρχιτέκτονας εφαρμογής και δάσκαλος της Σύνθεσης.

    Κατά συνέπεια, όπως έλεγε και ο δικός μου δάσκαλος Ι. Δεσποτόπουλος (μοντερνιστής μέχρι μυελού οστέων) υπ’ αυτήν την έννοια το Μοντέρνο δεν πεθαίνει ποτέ. Καθώς, ενώ μεταλλάσσεται συνεχώς ανανεούμενο, ως βασικό σύστημα (ή κανόνας, ή κάναβος) σκέψης και πράξης παραμένει σταθερό! Ας είναι λοιπόν καλά ο Δάσκαλος εκεί που βρίσκεται στον παράδεισο, για όσα πολύτιμα μας δίδαξε.


    Γι’ αυτό, Ανδρέα:

    Επίτρεψε μου να πιστεύω (και να το λέω όταν και όσο χρειάζεται, όχι ως «μοναδικός επί της γης εκπρόσωπος» του (!) αλλά ως απλός αρχιτέκτονας) ότι το συλλογικό, μαχόμενο «Διαρκές Μοντέρνο» αποτελεί την πρωτογενή ιδεολογική βάση της αρχιτεκτονικής μας. Κάτι που -ελπίζω- αποδεικνύεται από τον θεωρητικό λόγο και το έργο εφαρμογής μας.
    Και ας μην υποτιμάται ο όρος «μαχόμενο». (Θυμήσου τα δύο κοφτερά μαχαίρια μιας εικόνας της παρουσίασης μου). Γιατί αυτή η ιδιότητα χρειάζεται ως εργαλείο άμυνας απέναντι στην γενικευμένη αντίδραση που συναντά η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική, αλλά και οι αρχιτέκτονες που επιχειρούν να την εφαρμόσουν. Αρχιτεκτονική που ονομάζεται -ακόμη και από ταγούς της φοβικής (επαναλαμβάνω) και συντηρητικής κοινωνίας μας- ως παραγωγή «τσιμεντένιων κουτιών».
    Επομένως, δεν θα ακολουθήσω, Ανδρέα, την ευγενική προτροπή σου να κόψω ο ίδιος (!) αυτό που θεωρώ ρίζα της αρχιτεκτονικής μας, επειδή με διαβεβαιώνεις ότι αυτή μπορεί να σταθεί πολύ καλά και μόνη της, «ελεύθερη» από τις καταβολές της, ως «εκ παρθενογενέσεως παραδοξότητα».

    Αυτή η προτροπή σου θυμίζει το γνωστό μύθο του Αισώπου για την αλεπού που -από απροσεξία της- έχασε την ουρά της όταν της την έκοψε ένα δόκανο. Και μετά (κολοβή πιά) έλεγε πονηρά στις άλλες αλεπούδες να κόψουν και αυτές τη δική τους ουρά, γιατί έτσι ήταν η μόδα!!

    Δεν θα σου κάνω λοιπόν τέτοια χάρη. Γιατί αυτή η ρίζα, σε συνδυασμό με τα ευκρινή και πολύ χαρακτηριστικά (όπως λες και εσύ) προσωπικά γνωρίσματα αυτής της αρχιτεκτονικής, της επιτρέπει να είναι μεν δική μας (δηλαδή όχι μίμηση άλλων αρχιτεκτονικών) αλλά ταυτοχρόνως, να έχει και ένα ειδικό σημάδι που την δένει με μια συλλογική ιστορική συνέχεια. (Εννοώ φυσικά το ρεύμα του «Διαρκούς Μοντέρνου»). Και έτσι, όπως ελπίζουμε (ή έστω, θα φανεί εάν) θα αποκτήσει και αυτή διάρκεια στο χρόνο.

    Να σου εξηγήσω, λοιπόν, Ανδρέα γιατί αποδίδεις στη σχέση μας με το συγκεκριμένο ρεύμα, «αντιφατικότητα» και «ανιστορικότητα». Ίσως δεν καταλαβαίνεις οτι η αρχιτεκτονική πράξη δεν αστειεύεται. Εκεί ο συνθέτης νιώθει το «ρεύμα» (τη δυναμική και τους υποδόριους κώδικες του) εντός του, στο βάθος της ύπαρξης του, και όχι θεωρητικά και αποστασιοποιημένα, τακτοποιημένο σε οριζόντιες ή κατακόρυφες στήλες με τις ετικέτες τους. Εάν φυσικά είναι πραγματικά συνθέτης.

    Έτσι, εκφράζει το «ρεύμα» με νέες απρόβλεπτες ιδέες και νέους απρόβλεπτους τρόπους, που συμβάλλουν στη συλλογική αναγέννηση του μέσα στο χρόνο (την οποία εσύ μπερδεύεις με την αντιφατικότητα). Και επιπλέον γράφει (ίσως) νέα ιστορία (την οποία εσύ μπερδεύεις με την ανιστορικότητα). Γιατί δεν μπορείς εύκολα και αμέσως να την ερμηνεύσεις και να την «τακτοποιήσεις» σε βολικά εξομοιωτικά κουτάκια.

    Κατά συνέπεια, η εμπειρία του αρχιτέκτονα εφαρμογής από τις ζωντανές, «επί τόπου του έργου» επιτακτικές συνθήκες, γεννά (εάν και εφόσον την γεννά) την ιδιόμορφη βιωματική θεωρία του, καθώς και τον -ανάλογης ιδιομορφίας- γραπτό λόγο του. Όπως, για παράδειγμα, εκείνο του Πικιώνη, του Κωνσταντινίδη, και άλλων μεγάλων. Ένα λόγο που αποτελεί αναντικατάστατο πεδίο αναφοράς για εμάς τους «νεότερους», αλλά και -ελπίζω- τους νεότατους αρχιτέκτονες. (Αν και αρχίζω να αμφιβάλλω).

    Γι’ αυτό, Ανδρέα, σκέτη η «μορφή», το «ιδίωμα» και άλλα οπτικά ερεθίσματα, (που αναφέρεις) αποστερημένα από την εσωτερική εγγύτητα προς το ίδιο το «αντικείμενο του πόθου» (όπως η αγάπη του μικρού αγοριού για το κοριτσάκι που ήταν απέναντι του, στην τελευταία εικόνα της ομιλίας μου) δεν αρκούν για να πετύχει το «γλυκό». Οπότε η σχέση με αυτό παραμένει απόμακρη, έως και ανύπαρκτη, επομένως και ακατανόητη.



    benaki

    Μια Αρχιτεκτονική ιστορία. Δείτε σχετικό βίντεο εδώ.


    Γι’ αυτό (επίσης) νομίζω οτι παρερμηνεύεις την εκδοχή μας για το «Διαρκές Μοντέρνο», αποδίδοντας σε αυτήν ένα «Αέναο», «Άσπιλο», «κλασικό» ιδίωμα. (Πρόκειται για ορολογία δική σου, όχι δική μας, από την οποία νομίζω μας διαχωρίζει (και μας σώζει) η «άπιστη» πίστη μας προς το ρεύμα).

    Γι’ αυτό τέλος, έχω περισσότερη εμπιστοσύνη στη δομή, που βρίσκεται στον πυρήνα, δηλαδή στην ιδέα της σύνθεσης, από ότι στα μορφικά- στιλιστικά γνωρίσματα της. Καθώς η προσκόληση στο εντυπωσιακό «φαίνεσθαι» και όχι στο «είναι», συχνά μας οδηγεί σε αδιέξοδο. Και τότε τρομαγμένοι, αναφωνούμε: «Back to Basics». Ενώ όμως είναι πολύ αργά.

    xorislogia

    Αντί λοιπόν της αποκοπής από την ρίζα μας, που μου προτείνεις, σου αντιπροτείνω την παραπάνω «εικόνα χωρίς λόγια» από την παρουσίαση μου στο «Πνευματικό Κέντρο».

    Είναι ένα αρχιτεκτονικό «παιχνίδι» που θέτει προς απάντηση και ένα ερώτημα. Ενώ, από πλευράς μου προσφέρω ταυτοχρόνως και ένα στοιχειώδες βοηθητικό σημάδι (ένα «lead», όπως λένε οι Αγγλοσάξονες) που ίσως οδηγεί στην απάντηση του ερωτήματος:

    Οτι (α) στο γενικό επίπεδο το «παιχνίδι» ζητά να ερμηνευθεί η χωρική διάταξη που παρουσιάζεται στο γνωστό μοντέλο «συνθετικών εφαρμογών». (β) Και ειδικότερα το πως η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται ειδικά στο μαχόμενο «Διαρκές Μοντέρνο».

    Έτσι, το ερώτημα στο σύνολο του είναι: «Ποιές είναι οι βασικές συνιστώσες που συνλειτουργούν στη διάταξη αυτή, εκφράζοντας συμβολικά την δική μας εκδοχή αυτού του Μοντέρνου, και στου οποίου το πνεύμα (και όχι το δόγμα) νομίζω κινηθήκαμε ως πιστοί – άπιστοι;»


    Του Tάσου Μπίρη, 30-05-2015



    Υ.Γ.

    Πάντως Ανδρέα, παρά τις όποιες μεταξύ μας διαφωνίες (και είναι νομίζω αρκετές) να πω ευθέως ότι τιμώ την καθαρή, αιχμηρή, εδραιωμένη και πολύ διεξοδική προσωπική τοποθέτηση σου. Γι’ αυτό και προσπάθησα με τον ίδιο τρόπο (και κόπο) να ανταποκριθώ. Καθώς σκέτο το «πλήθος», τα «παλαμάκια», τα καθιερωμένα «συγχαρητήρια» (ιδιαιτέρως από φίλους και «φίλους») χωρίς τσαγανό και μετά «πάμε για ύπνο», δεν λένε και πολλά.
    Αντιθέτως, ο -έστω και μοναχικός- εκτεθειμένος προσωπικός λόγος από κάποιο δημόσιο βήμα, έχει νόημα. Όπως έχει και η δική σου δημόσια τοποθέτηση, καθώς συνεισφέρει στο άνοιγμα ενός διαλόγου. Κάτι που δεν συμβαίνει με την σκόπιμη σιωπή, ή εκείνη του μακάριου βαθέως ύπνου και της αδιαφορίας, ή ακόμη και της συζήτησης (με «γλυκό του κουταλιού» ή «μπύρες») σε κλειστούς «ασφαλείς» κύκλους συμφωνούντων ή διαφωνούντων.



    Στη συνέχεια ακολουθεί η απάντηση του Α. Γιακουμακάτου στην επιστολή του Τ. Μπίρη:


    Κύριο Βασίλη Μιστριώτη

    Διευθυντή Greekarchitects


    Αγαπητέ Βασίλη,

    Διάβασα με μεγάλη προσοχή και ευχαριστώ τον Τάσο Μπίρη για την αποκαλυπτική (όπως και η διάλεξή του) απάντηση στο Portfolio 4 (21.5.2015) σχετικό με την ιδέα του μοντέρνου στην ελληνική αρχιτεκτονική. Νομίζω ότι σε όσα λέχθηκαν συνολικά πάνω στο θέμα, κάτι άλλο δεν υπάρχει λόγος να προστεθεί.


    Φιλικά,

    Ανδρέας Γιακουμακάτος




    Tέλος, παρατίθεται μια τρίτη τοποθέτηση του νέου αρχιτέκτονα, Σταύρου Κουμούτσου:


    Η ομιλία του Τάσου Μπίρη στο Πνευματικό Κέντρο και η συζήτηση που έχει ξεκινήσει

    Mια τρίτη άποψη για το “μαχόμενο” μοντέρνο.


    Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολούθησα την πρόσφατη διάλεξη του Τάσου Μπίρη, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων Ελλήνων αρχιτεκτόνων του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής, και με ακόμη μεγαλύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον, παρακολουθώ τον δημόσιο διάλογο μεταξύ του Μπίρη και του ιστορικού της αρχιτεκτονικής, Ανδρέα Γιακουμακάτο. Η συζήτηση κινείται γύρω από το μοντέρνο και το πώς ερμηνεύεται σήμερα η σημασία του στο συνολικό έργο των αδελφών Μπίρη. Αφενός, ο Γιακουμακάτος δίνει τη δική του ερμηνεία μέσα από την τεκμηριωμένη και διαδεδομένη ιστοριογραφική στάση ‘πέραν του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου’. Δηλαδή, οριοθετεί τα δύο ρεύματα στο ιστορικό παρελθόν και εξηγεί γιατί δεν μπορούμε να τα επικαλούμαστε σήμερα. Και, νομίζω, καλά κάνει. Μάλιστα, ως ιστορικός, προτρέπει τον αρχιτέκτονα εφαρμογής, στου οποίου το έργο αναγνωρίζει αυτονομία, να αποστασιοποιηθεί από ό,τι αντιλαμβάνεται ως μοντέρνο, καθώς δεν έχει ανάγκη να το επικαλείται, σύμφωνα με εκείνον. Αφετέρου, όμως, ο Μπίρης επιμένει στη βιωματική σχέση του με αυτό που αποκαλεί ‘διαρκές’ και ‘μαχόμενο’ μοντέρνο. Και, επίσης, πολύ καλά κάνει και αυτός. Άλλωστε, για αυτό το θέμα, που είναι κεντρικό στο έργο του, ο ίδιος αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο, το πιο πρόσφατο συγγραφικό έργο του, στο οποίο κάνει λόγο για την ηθική σημασία που έχει για την ελληνική αρχιτεκτονική εκπαίδευση η διάκριση μεταξύ μοντέρνου και μεταμοντέρνου.

    Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στη συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία του, διατυπώθηκε και επίσημα ο όρος ‘μπιράκι’, ο οποίος προέρχεται από την καθημερινή γλώσσα των σχολών ως προσδιοριστικός όρος για τους σπουδαστές που παρακολουθούν το μάθημά του. Ο Μπίρης δεν δίστασε να τον ερμηνεύσει και μάλιστα έσπευσε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως ‘δεσποτοπουλάκι’, επισημαίνοντας τη μαθητεία του στο δικό του δάσκαλο, τον Ιωάννη Δεσποτόπουλο. Με αυτόν τον τρόπο, τις συνεχείς αναφορές του στους δασκάλους του (όπως τον Παναγιώτης Μιχελή, αλλά και τον Κυπριανό Μπίρη, μεταξύ άλλων), ο ίδιος τόνισε ότι ‘κανείς δεν είναι εκ παρθενογενέσεως’. Έτσι, προκύπτει το κεντρικό για τον Μπίρη ζήτημα της συνέχειας της διδασκαλίας από γενιά σε γενιά, όπου η διαφορά, ακόμη και η ρήξη έχουν τη θέση τους. Αυτή η συνέχεια, την οποία ο Γιακουμακάτος κρίνει εποικοδομητικά με τον ιστορικό φακό του, δείχνει εκ του αποτελέσματος στο χρόνο εάν η διδασκαλία οδηγεί τους αποδέκτες της σε νέους δρόμους ή σε άγονες μιμήσεις.
    Το γεγονός ότι ανάμεσα στους Έλληνες αρχιτέκτονες υπάρχει και μια γενιά νεότερων και νεότατων αρχιτεκτόνων όπως τα ‘μπιράκια’, υποδηλώνει, κατά την άποψή μου, ότι η διδασκαλία του Μπίρη προτείνει ένα διαρκές και έγκυρο ήθος, με την έννοια ενός ανοικτού συστήματος σκέψης και πράξης, βασισμένο σε μια δική του ιδιόμορφη θεώρηση του ‘διαρκούς’ μοντέρνου. Με την επιμονή του στη χρήση του όρου ‘μοντέρνο’, ο Μπίρης διευρύνει την ιστορική και νοηματική οριοθέτησή του. Εισάγει σε αυτό και άλλες έννοιες και διαστάσεις. Το ανακαινίζει και του προσδίδει κύρος προς όφελος μιας γενιάς νέων αρχιτεκτόνων, που με αυτόν τον τρόπο κατανοεί το μοντέρνο στον ενεστώτα χρόνο όχι μόνο μέσα από τα μαθήματα ιστορίας, αλλά και επί του σχεδιαστηρίου, είτε συμφωνώντας με αυτόν είτε διαφωνώντας.

    Αυτή η εκδοχή της θεωρίας και εφαρμογής του μοντέρνου δεν είναι αυστηρά προσωπική, αλλά έχει για τον Μπίρη συλλογικό υπόβαθρο. Συγκροτείται μέσα από συνεργασίες με ομάδες σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και η διάλεξή του με τίτλο ‘Προσωπικώς’ είχε συνεχείς αναφορές σε αυτές, άλλα και σε άλλα πρόσωπα της ζωής του. Αυτό το συλλογικό στοιχείο της διδασκαλίας και της αρχιτεκτονικής του δεν μπορεί, νομίζω, να αποσπαστεί από τον τρόπο που νοηματοδοτεί το μοντέρνο, το οποίο από την ιστορία του γνωρίζουμε ότι έχει κοινωνικό και συλλογικό χαρακτήρα, στον οποίο ο Μπίρης προσθέτει και τον προσδιορισμό ‘μαχόμενο’.

    Η ιδιότυπη διάσταση που αποδίδει ο Μπίρης στο μοντέρνο ως ‘μαχόμενο’ και ‘διαρκές’ δεν είναι χωρίς ιστορικό βάθος. Στην προσπάθειά μου να φωτίσω κάπως το θέμα, παραθέτω στη συνέχεια αποσπάσματα αλληλογραφίας μεταξύ δύο πολύ σημαντικών μοντερνιστών, του Ιωάννη Δεσποτόπουλου, που πρώτος ανέπτυξε την έννοια του ‘διαρκούς μοντέρνου’, και του Hubert Hoffmann, καθηγητή και μέλους της Γερμανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών του Δυτικού Βερολίνου. Οι δύο φίλοι και μαθητές στο Bauhaus, ανταλλάσσουν σε αυτά, μεταξύ άλλων, σημαντικές και επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις για το έργο της ομάδας των αδελφών Μπίρη, τις οποίες στη συνέχεια θα επιχειρήσω να αναλύσω.



    despo-hoffman

    Ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος (1903-1992), ο Hubert Hoffmann (1904-1999) και οι χαρακτηριστικές υπογραφές τους. Πηγή: Αρχείο Τ. Μπίρη.




    Αυτή η αλληλογραφία καταγράφεται, ίσως για πρώτη φορά στο πλαίσιο ιστορικής έρευνας, στις σημειώσεις των κεφαλαίων του πρόσφατου συγγράμματος του Παναγιώτη Τσακόπουλου, ‘Αναγνώσεις’, όπου και την εντόπισα. Στο επεξηγηματικό κείμενο του Τσακόπουλου που συνοδεύει τα αποσπάσματα δύο συγκεκριμένων επιστολών αναφέρεται ότι αποτελούν δακτυλογραφημένες μεταφράσεις του ίδιου του Δεσποτόπουλου (από τα γερμανικά στα ελληνικά) των πρωτότυπων χειρόγραφων που αντάλλαξαν οι δύο καθηγητές. Μεταφράσεις τις οποίες γνωστοποίησε ο Δεσποτόπουλος το 1988 στον Τάσο Μπίρη με την προοπτική μιας κοινής δημοσίευσης παραδειγμάτων από έργα του Δεσποτόπουλου και έργα των αδελφών Μπίρη στο περιοδικό BauWelt, η οποία τελικά, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε. Τα αποσπάσματα των επιστολών παρουσιάζονται από τον Τσακόπουλο ως εξής[1]:

    [Σ]ε επιστολή του της 30-7-1987, ο Hoffmann αναφέρει σχετικά με τη μελέτη των Ολυμπιακών Κολυμβητηρίων: «Την εργασία (σύνθεση) του Τάσου Μπίρη την βρίσκω εξαιρετική. Είναι μεγαλειώδης ιδέα να προσαρμοστούν οι κεκλιμένες στέγες στο οργανικό πλαίσιο του χώρου (κολυμβητηρίου), οπότε ακόμη επιτυγχάνεται για το μεσογειακό κλίμα ένας καλός αερισμός. Όμως, αυτή την εργασία θα την παρουσίαζα ευχαρίστως με μερικά έργα σου. Κάτι από το Πνευματικό Κέντρο Αθηνών, από τη Μουσική Ακαδημία, το Θέατρο από τη Βόρεια Σουηδία ή ένα Κέντρο Πόλης από εκεί, καθώς και κάτοψη της κατοικίας σου + μερικές φωτογραφίες από αυτήν, με μερικές ημερομηνίες, πότε και πώς έγιναν». Σε επόμενη επιστολή του (12-10-1987), ο Hoffmann αναφέρεται στις μελέτες των Ολυμπιακών Κολυμβητηρίων και του Πολυκλαδικού Λυκείου Ηλιούπολης, γράφοντας: «Την εργασία του πρώην σπουδαστή σου Μπίρη τη βρίσκω εξαίρετη. Βρίσκεται εντελώς στην κατεύθυνση μια ποιότητας με την οποία μπορούμε να ξεπεράσουμε την Μετα-μοντέρνα!»

    Πέραν αυτών των δύο επιστολών, υπάρχει και μια τρίτη, μεταγενέστερη (25-5-1991), την οποία ανακάλυψα μετά από προσωπική έρευνα. Σε αυτήν ο Hoffmann αναφέρεται στην πρόταση της ομάδας Μπίρη για το Μουσείο της Ακρόπολης, εκφράζοντας τη λύπη του που πήρε το δεύτερο βραβείο και όχι το πρώτο στο σχετικό διαγωνισμό του 1989.

    Μέσα από μια συνδυαστική ανάγνωση αυτών των τριών κειμένων, επισημαίνω τις εξής δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, οι δύο μοντερνιστές καθηγητές, αν και προχωρημένης ηλικίας, συζητούν για την αρχιτεκτονική με την ένταση και την ορολογία νέων αρχιτεκτόνων. Μάλιστα, ο Hoffmann αναλύει τα συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά έργα που τους απασχολούν με ένα δομικό τρόπο σκέψης και με τον ίδιο καθαρό αναλυτικό λόγο του μοντέρνου που διδάχθηκαν κατά τη μαθητεία τους στο Bauhaus. Δεύτερον, ο διάλογός τους (όπως καταγράφεται κυρίως στη δεύτερη επιστολή της 12-10-1987) γίνεται εν μέσω της κομβικής περιόδου του ’80 κατά την οποία το μεταμοντέρνο κυριαρχεί διεθνώς, πράγμα που φαίνεται ότι δεν τους αφήνει αδιάφορους. Ο Μπίρης αναφέρθηκε στην ομιλία του σε μία σημαντική σχετική διάλεξη του Δεσποτόπουλου, με τίτλο ‘Συγκλίνουσες αποσυνθετικές τάσεις στη σύγχρονη αρχιτεκτονική’, στη Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας το 1988, όπου ο Δεσποτόπουλος επισημαίνει κριτικά το φαινόμενο και προτείνει τρόπους αντίστασης σε αυτό. Ως ‘μαχόμενοι μοντέρνοι’, τόσο ο Δεσποτόπουλος, όσο και ο Hoffmann, αναζητούν τρόπους ενίσχυσής του μοντέρνου, ειδικά εκείνη τη δεκαετία. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται νομίζω και η πρότασή του Hoffmann για μια ταυτόχρονη δημοσίευση στο περιοδικό BauWelt έργων του Δεσποτόπουλου και της ομάδας Μπίρη.

    Αυτή η ενίσχυση θα μπορούσε να προέλθει από προτάσεις νέων αρχιτεκτόνων που θα συνέβαλλαν στην αναπροσαρμογή του ‘μοντέρνου’ ως προς τις σύγχρονες συνθήκες. Νομίζω, λοιπόν, ότι έχει ιδιαίτερη σημασία η αξιολόγηση του Hoffmann στο έργο της ομάδας Μπίρη ως κατάλληλο δείγμα αρχιτεκτονικής …για να ξεπεράσουμε την μεταμοντέρνα. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η έννοια του ‘μαχόμενου’ μοντέρνου σήμερα, στην οποία αναφέρθηκε έντονα ο Μπίρης κατά την ομιλία του, δεν είναι απλώς ένα μεταφορικό σχήμα λόγου, αλλά υπήρξε κεντρικό αίτημα και για τις δύο αυτές ιστορικές προσωπικότητες του μοντερνισμού, ήδη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80.

    Σε μια πρόσφατη συζήτησή μας επί του θέματος, ρώτησα, μεταξύ άλλων, τον Μπίρη γιατί δεν έχει δημοσιεύσει στο παρελθόν ή γιατί δεν παρουσίασε στην πρόσφατη αυτοβιογραφική ομιλία του τα πολύ σημαντικά στοιχεία αυτών των επιστολών που, νομίζω, φωτίζουν σήμερα έναν ανανεωμένο τρόπο κατανόησης του μοντέρνου, αλλά και το σημαντικό ρόλο του Ιωάννη Δεσποτόπουλου στην τοπική αρχιτεκτονική ιστορία. Η απάντησή του ήταν ότι τα είχε δημοσιοποιήσει μία και μοναδική φορά στο βιογραφικό του κατά την εκλογή του σε θέση καθηγητή των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων. Μου τόνισε, επίσης, ότι αυτά αποτελούν ‘προσωπικά δεδομένα’ και γι’ αυτό καλό είναι να παρουσιάζονται με φειδώ, όχι να ‘κρέμονται στα μανταλάκια’ και μάλιστα από εκείνον στον οποίο εν μέρει αναφέρονται.

    Έκλεισε τη συζήτησή μας, λίγο περιπαικτικά, προσθέτοντας ότι στο Πνευματικό Κέντρο έκανε μια απλή προσωπική ομιλία και όχι την εφ’ όλης της ύλης ‘προσωπική διαθήκη’ του, λέγοντας ότι θα μπορούσε, ίσως, να έχει πει και λιγότερα. Σε αυτό το σημείο διαφωνώ μαζί του, καθώς ήδη από τις παραπάνω επιστολές μοιάζει να υπάρχει εδώ ένα πρωτογενές αρχείο που θα μπορούσε να φωτίσει τόσο το έργο του, όσο και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την ιστορική σχέση μας με το μοντέρνο, η οποία σε καμία περίπτωση δεν έχει βρει οριστική ιστορική διατύπωση. Επομένως, θα έλεγα ότι θα μπορούσε να έχει πει και περισσότερα.


    Σταύρος Κουμούτσος, 10 Ιουνίου 2015


    Παραπομπή

    [1] Τσακόπουλος, Π. (2014). Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής. σ. 60.