Categories

  • No categories

Archives

    A sample text widget

    Etiam pulvinar consectetur dolor sed malesuada. Ut convallis euismod dolor nec pretium. Nunc ut tristique massa.

    Nam sodales mi vitae dolor ullamcorper et vulputate enim accumsan. Morbi orci magna, tincidunt vitae molestie nec, molestie at mi. Nulla nulla lorem, suscipit in posuere in, interdum non magna.

    Γιάννης Κούκης : Το ξετύλιγμα μίας προσωπικότητας

    46.


    Γιάννης Κούκης : Το ξετύλιγμα μίας προσωπικότητας



    sketch_koukis

    I. Ένας δάσκαλος της Αρχιτεκτονικής Σύνθεσης.


    Mε τον αρχιτέκτονα και (τώρα) Ομότιμο καθηγητή Γιάννη Κούκη συναντηθήκαμε, γνωριστήκαμε και συνεργασθήκαμε για πρώτη φορά, στα σχεδιαστήρια της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π.

    Αναφέρομαι στα ταραγμένα (και πολύ καθοριστικά για την Σχολή, αλλά και ειδικά για εμάς τους νέους διδάσκοντες της) πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Τότε που οι τρεις χωριστές «έδρες» των Συνθέσεων καταργήθηκαν και δημιουργήθηκε η ενιαία «περιοχή των Συνθέσεων», ως συγκρότηση τριών διδακτικών ομάδων με κοινό βασικό διδακτικό αντικείμενο και πρόγραμμα, που ωστόσο επέτρεπε για πρώτη φορά και αυτόνομους πειραματισμούς ως προς τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος.

    Ο Κούκης μετείχε στην ομάδα που προερχόταν από την (τέως) Έδρα του καθηγητή Θουκυδίδη Βαλεντή, ενώ εγώ από εκείνη της (τέως) Έδρας του καθηγητή Ιωάννη Δεσποτόπουλου. Τέλος, η τρίτη ομάδα προερχόταν από την (τέως) Έδρα του καθηγητή Διονύση Ζήβα. Ο οποίος (ως μοναδικός πια συνθέτης πρωτοβάθμιος καθηγητής) είχε αναλάβει το δύσκολο έργο του συντονισμού και των τριών ομάδων. Έργο που διαχειρίστηκε με παραδειγματικό, ενωτικό – συνθετικό πνεύμα, τόσο σε αναφορά με ζητήματα συλλογικής οργάνωσης του μαθήματος, όσο και με εκείνα της πραγμάτωσης του στο σχεδιαστήριο, όπου η παρουσία του ήταν συνεχής και ουσιώδης.

    Έτσι, η σύνθεση των ομόρροπων και αντίρροπων ιδεών και δράσεων σε αναφορά με την αρχιτεκτονική που άρχισαν να αναπτύσσονται από άτομα και συλλογικότητες, οδήγησαν τα μέλη της εκπαιδευτικής μας κοινότητας να γνωριστούν (επιτέλους) πραγματικά μεταξύ τους. Κάτι που η εσωστρέφεια και σιωπή που είχε επιβάλει η δικτατορία εμπόδιζε να γίνει και ακόμη περισσότερο να εκδηλωθεί. Αποτέλεσμα ήταν οτι απελευθερώθηκαν (συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες) διδακτικές ιδέες και πρακτικές, που έδωσαν στη Σχολή νέα πνοή ζωής.

    Σε αυτή την ταραγμένη (όπως ήδη είπα) αλλά και εξαιρετικά γόνιμη περίοδο, καθώς και σε όλο το επόμενο διάστημα μέχρι την αποχώρηση του, η συμμετοχή του Γιάννη Κούκη στην διαμόρφωση μιας νέας πραγματικότητας στον χώρο των Συνθέσεων υπήρξε ποικιλοτρόπως σημαντική.

    Συνδυάζοντας την διπλή ιδιότητα του ως δάσκαλος και δρων αρχιτέκτων εφαρμογής, συνέβαλε ώστε να αναδειχθεί η διπλή υπόσταση της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, ως σύμπραξη σκέψης και πράξης. Και επιπλέον, εφάρμοσε την σύνθεση υπό την ευρεία της έννοια. Δηλαδή όχι μόνο στο διδακτικό αντικείμενο του, αλλά και στις σχέσεις των συναδέλφων μεταξύ τους. Ήταν μια νέα συλλογική κατάσταση πραγμάτων που επεκτάθηκε σιγά -σιγά και στον ευρύτερο χώρο της Σχολής.
    Η ίδια διπλή ιδιότητα του (όπως και άλλων διδασκόντων που -επίσης- την κατείχαν) συνέβαλλε ώστε να αναδειχθεί η (τότε υποβαθμισμένη) σημασία του υλοποιημένου αρχιτεκτονικού έργου. Καθώς σε αυτή την επαναστατική περίοδο, ο θεωρητικός προβληματισμός (και μάλιστα κυρίως στο ιδεολόγο- πολιτικό πεδίο) ήταν το βασικό υπόβαθρο που στήριζε και ενεργοποιούσε τις έντονες φοιτητικές κινητοποιήσεις. Και έτσι, είχε κυριαρχήσει επί της πρακτικής εφαρμογής της αρχιτεκτονικής στο σχεδιαστήριο, αλλά και στον πραγματικό χώρο εκτός αυτού.

    Γι’ αυτό, η σύνθετη δομή της προσωπικότητας δασκάλων όπως ο Κούκης λειτούργησε καθοριστικά ώστε, σιγά- σιγά, θεωρία και πράξη να βρουν ένα κοινά αποδεκτό σημείο ισορροπίας προς όφελος και των δύο, αλλά και της αρχιτεκτονικής ως όλου.

    Στο πλαίσιο αυτής της «επιτόπου του (διδακτικού) έργου» ζωντανής γνωριμίας των συναδέλφων μεταξύ τους, μου έκανε εξαρχής εντύπωση ο ιδιόμορφος προσωπικός τρόπος με τον οποίο ο Γιάννης διατύπωνε τις θέσεις του. Ιδιαιτέρως μάλιστα στις δύσκολες φάσεις των εντάσεων και διαφωνιών κατά τις κοινές συζητήσεις που άρχισαν να γίνονται με αντικείμενο τη διδασκαλία του μαθήματος.

    Συγκεκριμένα, παρατήρησα ότι δεν ήταν απλώς ενωτικές- «πυροσβεστικές», για να πέσουν οι τόνοι και «μετά να πάμε ήσυχα για ύπνο». Αντιθέτως, είχε την βούληση, αλλά και την πρόταση, ώστε να βγει από κοινού το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Και αυτό δεν το επιχειρούσε περιστασιακά ή τυχαία.

    Διαπίστωσα επίσης σταδιακά ότι ο λόγος του είχε ισχυρή ρίζα σε ένα κεκτημένο κεφάλαιο προσωπικών αξιών, εμπειριών και γνώσεων, σε αναφορά με την αρχιτεκτονική, αλλά και τη ζωή του. Και τούτο, παρότι αυτό το κεφάλαιο συνειδητά δεν το δήλωνε (ή έστω δεν το έθετε στο προσκήνιο) ως ένα προσωπικό -δεσμευτικό για τους άλλους- «πλαίσιο αρχών», ώστε να λειτουργεί ως σημάδι του ιδίου, της αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας του.

    Εδικά σε αναφορά με την διδασκαλία του Κούκη, κατάλαβα ότι η συγκεκριμένη ιδιομορφία του ήταν το βασικό κριτήριο επιλογής του ως διδάσκοντα από ένα ειδικό (και πολύ ευαίσθητο) τύπο σπουδαστών και σπουδαστριών, προκειμένου να τους εισαγάγει στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Γι’ αυτό και παρέμεναν στις ομάδες του επί σειρά εξαμήνων.

    Ήταν όσοι και όσες θεωρούσαν ως βασική ιδιότητα του δασκάλου, να μην ζητά αναγκαστικά την αποδοχή από τους διδασκόμενους, του προσωπικού του αρχιτεκτονικού ιδιώματος ως μοναδικού υποδείγματος για την διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής προσωπικότητας τους. Και -αντιθέτως- να είναι σε θέση να στέκεται αντικειμενικά απέναντι σε όλες τις εκφάνσεις της αρχιτεκτονικής, ώστε αυτοί και αυτές να μπορούν, ελεύθερα και ανεπηρέαστα, να επιλέξουν τον δρόμο τους. (Παρότι το τι πραγματικά σημαίνει «επιλέγω» τον δρόμο μου «ελεύθερα και μόνος» χωράει -νομίζω- πολύ συζήτηση).
    Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η συγκεκριμένη μέθοδος που ακολουθούσε ο Κούκης στις παρεμβάσεις του κατά την διάρκεια κάθε δημόσιας συζήτησης: Πριν από όλα προσπαθούσε να καταλάβει -μέσα στον κακό χαμό– τις αντιμαχόμενες θέσεις, ώστε κατόπιν να μπορεί να εντοπίσει και να ενώσει τα θετικά παραγωγικά στοιχεία τους, προσθέτοντας μάλιστα σε αυτά και δικές του ιδέες. Έτσι που το αποτέλεσμα της συζήτησης αποκτούσε και το δικό του σημάδι, ως μέρος ενός διαλόγου και όχι δια της εξουσιαστικής επιβολής της μίας και μοναδικής άποψης πάνω στις άλλες.

    Δεν ήταν όμως μόνο το ενωτικό πνεύμα που χαρακτήριζε αυτές τις ιδέες του. Ήταν και η ευρεία γνώση του ειδικά για τα εκπαιδευτικά θέματα. Γνώση που είχε αποκομίσει από τις σπουδές του στην Γερμανία σε συνεργασίες με έμπειρους δασκάλους, οι οποίοι δεν είχαν παραμορφώσει την προσωπικότητα του. Έτσι που αυτή είχε διατηρήσει την ελευθερία και την απροκατάληπτη αυτονομία της, ακόμη και ένα ανατρεπτικό –αντικομφορμιστικό ιδίωμα που συχνά σε ξάφνιαζε. Όπως σε ξάφνιαζε και το σουρεαλιστικό χιούμορ του, (είδος δυσεύρετο στις περισπούδαστες αέναες συζητήσεις της εντόπιας «διανόησης»).

    Όλα αυτά μαζί καταγράφηκαν στο μυαλό μου σταδιακά ως ενδείξεις μιας ισχυρής, αλλά ήπιας και διαλεκτικής προσωπικότητας. Και με τον ίδιο τρόπο καταγράφηκαν επίσης στο μυαλό των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας συνολικά. Έτσι ώστε, μέσα στον χρόνο, ο Γιάννης Κούκης έγινε μια από τις πιο αξιόπιστες και σεβαστές κεντρομόλες, παρουσίες του εκπαιδευτικού μας χώρου. Ενταγμένη μάλιστα ακριβώς στην διδακτική περιοχή που –εκ της φύσεως της- λειτουργεί ενωτικά –συνθετικά- για το σύνολο του: Δηλαδή στην περιοχή των «Συνθέσεων».

    Έτσι δεν αργήσαμε, εκτός από συνάδελφοι -δάσκαλοι, να συνδεθούμε και με μία ισχυρή φιλία που κρατά εδώ και 40 περίπου χρόνια. Ένα γεγονός που μου επέτρεψε να διεισδύσω στον κόσμο του και μάλιστα στο κέντρο αυτού του κόσμου. (Κέντρο που –πιστεύω- ήταν πιο ισχυρό ακόμη και από το σπίτι του στην Αθήνα ή από τον προσωπικό χώρο εργασίας του). Εννοώ εδώ το πατρικό του σπίτι στα «Αμπέλια» στην περιοχή του Μύτικα, μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Χαλκίδα.


    II. Το «μαγικό σπίτι στα μαγικά Αμπέλια» και ο κάτοικος τους :

    (Μια σχέση συνύπαρξης, συνάφειας, αλληλεπίδρασης).


    Είναι ένα σπίτι χωρίς περίφραξη, ήρεμο και φιλόξενο, παραχωμένο και μισοχαμένο μέσα σε εύφορα, κατάφυτα γειτονικά περιβόλια που ποτίζονται από τα νερά του ποταμού Λουδία. Ένα σπίτι «παραδοσιακό», θα έλεγες (αλλά θα έκανες λάθος). Ξεχασμένο από τον χρόνο θα έλεγες, (αλλά και πάλι θα έκανες λάθος) όπως θα επιχειρήσω να εξηγήσω στη συνέχεια.

    Οι φέροντες τοίχοι του από χοντρό- λαξευμένη πέτρα, γυμνοί από οιαδήποτε διακοσμητικά στοιχεία, βαμμένοι με φωτεινό υδρόχρωμα, στο οποίο ο Κούκης έχει δώσει σήμερα ένα ελαφρύ μπλε – μωβ (!) τόνο.

    Η στέγη του ξύλινη με κεραμίδια.

    Οι εσωτερικοί του χώροι απλοί, μικρών διαστάσεων, φυσιολογικά ακατάστατοι, γεμάτοι από μυστηριώδεις παλιές φωτογραφίες της οικογένειας.

    Ο ξύλινος στεγασμένος εξώστης της εισόδου βλέπει σε αυλή (με δάπεδο χωμάτινο) τριγυρισμένη από το πατητήρι, το πηγάδι, τις μουριές, τα δύο μεγάλα κυπαρίσσια. Πιο μακριά, σειρές από αιωνόβιες ελιές -και μέχρι προσφάτως –βερικοκιές που αντικατέστησαν τις κερασιές. Ενώ λίγο μακρύτερα η γιγάντια Ιτιά, μόνιμο σημείο συνάντησης για σμήνη πουλιών. Η γύρω, γειτονική δόμηση αραιή, οι γείτονες φιλικοί, αγρότες οι περισσότεροι. Πρόκειται λοιπόν για ένα περιβάλλον που πράγματι θα μπορούσε να περιγράψει κανείς με την πρώτη του ματιά, ως «ωραίο», «γραφικό», «παραδοσιακό», όπως προηγουμένως είπα. Καθώς οι χαρακτηρισμοί αυτοί ισχύουν (αλλά με τα εισαγωγικά τους).

    Γιατί εδώ, εκτός από αυτούς υπάρχει και κάτι άλλο: Το αισθάνεσαι (περισσότερο από ότι το βλέπεις) ως μια διάχυτη ασυνήθιστη και ταυτοχρόνως εξαιρετικά οικεία κατάσταση. Είναι ένα υποδόριο μυστηριώδες «κοινό πνεύμα» που διατρέχει τον τόπο συνολικά, μαζί και τους κατοίκους του. Έτσι που η εύφορη γη, τα χωράφια με τις καλλιέργειες, τα νερά του ποταμού, οι άνθρωποι και η ζωή τους, γίνονται ένα.

    Είναι ίσως αυτό που περιγράφει ο Διονύσης Σαββόπουλος στο τραγούδι του «Το περιβόλι» στον στίχο: «… κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό κάτι πλούσιο και παράξενο, σαν τοπίο του βυθού…»

    Έτσι και στα Αμπέλια, ένα αντίστοιχο μυστικό, πλούσιο και παράξενο πνεύμα αφήνει εδώ και εκεί αινιγματικά, διφορούμενα σημάδια της παρουσίας του. Σαν να σε προσκαλεί να τα εντοπίσεις και να διερωτηθείς τι σημαίνουν. Ώστε να το κατανοήσεις και έτσι να το χαρείς πραγματικά. Αυτά τα σημάδια ακολούθησα και εγώ, παρατηρώντας τα με προσοχή, διερωτώμενος συνεχώς πώς να τα ερμηνεύσω.

    Για παράδειγμα, διαπίστωσα ότι τα περισσότερα κτίσματα της περιοχής (κυρίως μόνιμες κατοικίες, ένα- δύο μπακάλικα, μια εκκλησία) δεν είναι ούτε ωραία, ούτε γραφικά, ούτε παραδοσιακά. Αντιθέτως, είναι τυπικές σύγχρονες «οικοδομές», που έχουν κατασκευάσει τοπικοί εργολάβοι «μηχανικοί» (αρχιτέκτονες και πολιτικοί μηχανικοί). Για ποια «ωραιότητα», «γραφικότητα», για ποιο «σεβασμό στην παράδοση» μπορεί λοιπόν να μιλήσει κανείς σοβαρά στην προκειμένη περίπτωση;

    Μου έκανε όμως εντύπωση ο τρόπος που το ειδικό πνεύμα του συγκεκριμένου τόπου, εξαγνίζει αυτή την τρέχουσα αρχιτεκτονική. Πώς την ενσωματώνει μέσα του, ως στοιχείο της υπόστασης του, αναγορεύοντας την σε «σύγχρονη λαϊκή αρχιτεκτονική του Τόπου».

    Γι’ αυτό και το φυσικό πράσινο, μέσα στο οποίο είναι κτισμένη την αγκαλιάζει και απαλαίνει της ατέλειες της, λες και την αγαπά. Αντιθέτως από ότι συμβαίνει στις κηπουπόλεις και τα «ποιοτικά» προάστια, που την «δείχνουν με το δάκτυλο» και την αποκηρύσσουν, όταν συμβαίνει να παρεισφρύει στην περιοχή τους.

    Ένα ακόμη παράδειγμα αυτού του –σωτήριου για τον τόπο- μυστηριώδους ανατρεπτικού πνεύματος : Οι κάτοικοι των Αμπελιών –παρότι υπερβολικά σταθεροί στις συνήθειες τους και αντίθετοι σε μεγάλες αλλαγές- εντούτοις έχουν κάνει βίαιες και μόνιμες αλλοιώσεις του φυσικού τους περιβάλλοντος. (Όπως άλλωστε συμβαίνει αδιακρίτως σε όλη την Ελλάδα).
    Για παράδειγμα, πολλοί από αυτούς, αντί να καλλιεργούν τα χωράφια τους ή να τα «αξιοποιούν» πουλώντας τα, προτιμούν να εμπορεύονται το εύφορο χώμα τους, σκάβοντας τα κατά οριζόντιες στρώσεις. Έτσι σχηματίζεται ένα «καναβοποιημένο» πλέγμα σκαμμάτων, μικρού έως και πολύ μεγάλου βάθους.

    Το πλέγμα αυτό τονίζεται από ένα συνεχές χωμάτινο «σαμάρι» φάρδους περίπου 0,60 που περιβάλλει τα σκάμματα και καταγράφει χωρίς μάντρες τα όρια τους, παραμένοντας όμως στην στάθμη του φυσικού εδάφους. Έτσι, δημιουργείται ένα συνεργαζόμενο δίκτυο αλληλοτεμνόμενων μονοπατιών που διατρέχει όλο το (απολύτως οριζόντιο) τοπίο.

    Εδώ λοιπόν, το μυστηριώδες πνεύμα του τόπου θαυματούργησε και πάλι! Γιατί, μέσα στο χρόνο (και με τη συμβολή του κοντινού ποταμιού) ο πυθμένας των εύφορων σκαμμάτων έχει γεμίσει με ολοζώντανη φυσική βλάστηση αλλά και καλλιέργειες. Ενώ ταυτοχρόνως η «βύθιση» της γης αποκλείει την υπεροικοδόμηση της. Έτσι τα Αμπέλια θα ησυχάζουν για πάντα από αυτήν. Είναι μάλιστα και ένας από τους λόγους που έχουν απαλλαγεί από την μάστιγα της αλόγιστης «τουριστικής ανάπτυξης».

    Επιπλέον, μπορεί κανείς να περιδιαβεί ελεύθερα ως πεζός όλη την περιοχή έχοντας καταπληκτική θέα, όχι μόνο προς τα πάνω και απέναντι, αλλά και προς «τα κάτω»(!) δηλαδή προς τον κατάφυτο πυθμένα των σκαμμάτων. (Για να θυμηθούμε εδώ το «τοπίο του βυθού» του Σαββόπουλου).

    Είναι φυσικό λοιπόν ότι αυτό το –μοναδικό ως προς την παραδοξότητα του- φαινόμενο «καταστροφής και σωτηρίας» έχει γίνει το αξιοθέατο του τόπου και πιο πολύ σε αναφορά με σκάμματα βάθους μέχρι και δέκα μέτρων.

    Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η περίπτωση ενός συγκεκριμένου βυθισμένου χωραφιού, στο κέντρο του οποίου έχει αφεθεί μία –μεγάλης διαμέτρου- κυκλική στήλη χώματος. Στην κορυφή της οποίας παραμένει ένα –απροσπέλαστο πια- δέντρο, για να θυμίζει την αρχική στάθμη του χωραφιού, αλλά και την παραδοξότητα του τόπου, του «πνεύματος» του και των κατοίκων του, του Κούκη συμπεριλαμβανομένου. (Πρόκειται για την εικόνα που παρουσιάζει το σκίτσο μου στην αρχή αυτού του κειμένου).

    Μάλιστα, το πέρασμα αυτής της περίεργης ιδιότητας στο εντόπιο ανθρώπινο δυναμικό έχει, νομίζω, και μια ειδική εξήγηση στην περίπτωση του Γιάννη.

    Γιατί στα Αμπέλια, αρκετοί κάτοικοι τους –ανάμεσα σε αυτούς και ο Κούκης- κατάγονται από Ευβοείς αρβανίτες (όπως άλλωστε συμβαίνει συμπτωματικά και στη δική μου περίπτωση). Εάν λοιπόν το όνομα «Κούκης» στα αρβανίτικα σημαίνει «κόκκινος», το «Μπίρης» σημαίνει «γιος» ή ο αριθμός «ένα» και ο ιδιοκτήτης της ψαροταβέρνας στο «Μπούρτζι» έξω από την Χαλκίδα λέγεται «Μπιθικούκης» (!!!) τότε τι σημαίνουν άραγε στην ίδια γλώσσα (και νοοτροπία) οι όροι «αισθητικά ωραίο» «πρωτότυπο», «πολιτικά ορθό»; Νομίζω ελάχιστα.

    Αντιθέτως, έννοιες και όροι όπως «πρωτογενές», «διαρκές», «δομικό», καθώς και το αντίρροπο δίπολο που συνδυάζει το «αιτιώδες» με το «ανορθόδοξο», σημαίνουν εδώ πολλά (θετικά και αρνητικά).

    Ένα ακόμη σημάδι αυτού του «πνεύματος του τόπου», πολύ χαρακτηριστικό της προσωπικότητας όσων κατοικούν εδώ: Αναφέρομαι στην «ανθρωπιά» τους. Ανθρωπιά που –βεβαίως- έχει φωτεινές, αλλά και σκιερές πτυχές. Συμβατές όμως –και στις δύο αντίρροπες εκφάνσεις της– με τον άνθρωπο θεωρημένο στην πρωτογενή καθολική του έκφανση, δηλαδή εν τη γενέσει του.

    Αυτή η «ανθρωπιά» των κατοίκων, είναι λοιπόν ένα ακόμη στοιχείο που –νομίζω- έχει ρίζα στον ήπιο, οριζόντιο πεδινό τοπίο των Αμπελιών και στην μαγική επίδραση σε αυτούς, της καλλιεργήσιμης καρποφόρας γης.
    Τους διαπερνά, ρέοντας μέσα από αύλακες και στέρνες που οδηγούν ή συγκεντρώνουν το νερό του ποταμού Λουδία, για να ποτιστούν τα χωράφια, αλλά και οι ίδιοι.

    Διαφαίνεται στα μυστηριώδη ίχνη (γραμμώσεις, πατημασιές, σημάδια) που αφήνουν τα συνεχή περάσματα ανθρώπων και ζώων πάνω στην καλλιεργημένη γη, διαμορφώνοντας σταδιακά τον χαρακτήρα των κατοίκων σε αναλογική σχέση με εκείνον του τόπου. Δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που η φυσική «ακαταστασία» του οικοσυστήματος πλέκεται πάνω στο ορθολογικό κανονιστικό πλέγμα του κανάβου των χωμάτινων μονοπατιών ανάμεσα στα βυθισμένα χωράφια.

    Κάπως έτσι, η «ανθρωπιά» του πνεύματος του τόπου εντέλει περνά και στο «μαγικό σπίτι στα Αμπέλια», στον κάτοικο του, καθώς και στην αρχιτεκτονική του, ώστε να συνδέονται μεταξύ τους με μια αιτιώδη γενεαλογική σχέση.

    Το γεγονός αυτό (ιδιαιτέρως σε αναφορά με το σπίτι) το συνειδητοποίησα όταν το αισθάνθηκα –κατά κάποιο τρόπο- και λίγο σαν δικό μου. Σαν να ήμουν ο «τυχαίος άνθρωπος απανταχού της γης» και ταυτοχρόνως κάτοικος ενός -κοινού για όλους- αρχέτυπου καταλύματος.

    Νομίζω μάλιστα ότι ο Γιάννης και η Βιβή το έχουν προ πολλού καταλάβει και (σιωπηλά) μου επιτρέπουν να «ξεκλέβω» νοητικά κάτι από την προσωπική κυριαρχία τους πάνω στο σπίτι τους.

    Τέλος, να συμπληρώσω ότι αυτό το ασυνείδητο κρυφό αίσθημα νοητικής ιδιοποίησης του «σπιτιού ενός άλλου», το έχω ξανά- αισθανθεί μόνο μια φορά. Όταν στα φοιτητικά μου χρόνια επισκεπτόμουν για ανεξήγητο λόγο -ως παρείσακτος- ένα συγκεκριμένο εγκαταλελειμμένο μοναχικό δείγμα του «Νεώτερου Ελληνικού Μοντερνισμού» που επέμενε ακόμη να υπάρχει. Μου άρεσε λοιπόν να μένω εκεί για λίγο, μη κάνοντας τίποτε παρά μόνο να σκέφτομαι αφηρημένος. Κάτι που μου έχει συμβεί και στο «μαγικό σπίτι στα Αμπέλια».


    III. Συζητώντας για πολλά, αλλά και για την αρχιτεκτονική.


    Στις μακρές συζητήσεις μας (τις περισσότερες φορές καθισμένοι αναπαυτικά στον υπαίθριο ξύλινο εξώστη του σπιτιού) τα θέματα μας –περιέργως- δεν ήταν πάντα επικεντρωμένα στην αρχιτεκτονική, αλλά αφορούσαν περισσότερο στην καθημερινή ζωή.

    Να πω εδώ ότι ο Γιάννης είναι εξαιρετικός «παρατηρητής» των φαινομένων και των πραγμάτων. Όπως είναι επίσης πολύ ευρηματικός στο να τα συνθέτει μεταξύ τους. (Κάτι που μου αρέσει πολύ και κάνω και εγώ). Έτσι μπόρεσα να παρακολουθήσω (επί τόπου του έργου) τον τρόπο που η ορθολογική σκέψη του αποκαλύπτει ξαφνικά την (κρυμμένη) απολύτως ανορθόδοξη πλευρά της. Πλευρά που –νομίζω- χαρακτηρίζει, τόσο τον ίδιο, όσο και την αρχιτεκτονική του.

    Να δώσω ένα παράδειγμα για το πώς αυτός ο –εκ φύσεως- παρατηρητής, αλλά και συνθέτης, μπορεί να συνδέει με τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο πραγματικές -και φαινομενικά άσχετες με την αρχιτεκτονική- καταστάσεις, προκειμένου τελικά να καταλήξει σε αυτήν (ή οπουδήποτε αλλού θέλει) :

    Τον έχω δει λοιπόν σε συζήτηση μας (και ενόσω προσπαθούσε να επιχειρηματολογήσει σχετικά με κάποιο «σοβαρό» αρχιτεκτονικό θέμα) ξαφνικά να πετάγεται πάνω και να αρχίζει να μιμείται τις κινήσεις του Clint Eastwood (τον οποίο -όπως και εγώ- έχει μελετήσει εις βάθος!). Είναι η κλασική στιγμή που ο «οργισμένος ήρωας» προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στο άλογο του ώστε να το ακινητοποιήσει και να ξεπεζέψει μπροστά στο γραφείο του σερίφη.

    Ταυτοχρόνως, ο Κούκης μιμείται τέλεια και τις κινήσεις του αλόγου (!!) που –εξαιτίας του καλπασμού με τον οποίο μπήκε στον έρημο δρόμο- αντιστέκεται στην προσπάθεια του Κλίντ να το σταματήσει. Τινάζει προς τα πάνω το κεφάλι του κόντρα στα γκέμια και βηματίζει νευρικά επί τόπου γύρω από τον εαυτό του, έως ότου υποταχθεί στην εντολή του έμπειρου αναβάτη του.

    Το καλύτερο όμως έπεται. Καθώς ο «μίμος» Κούκης ξανακάθεται στις (τρεις) καρέκλες του και γίνεται συνθέτης. (!!!)
    Ανασυνθέτει λοιπόν την προηγούμενη σκηνή, επισημαίνοντας κοινά στοιχεία της με την σύνθεση και εκτέλεση ενός συγκεκριμένου μουσικού κομματιού τζαζ (ένα πεδίο το οποίο έχει επίσης μελετήσει πολύ).

    Τώρα συσχετίζει τις προηγούμενες κινήσεις του αναβάτη και του αλόγου με μουσικές κινήσεις. Όπου «αναβάτης» μπορεί να είναι ο Miles Davis, «ανυπάκουο άλογο» ο σαξοφωνίστας, και ο «πολλά βαρύς σερίφης», ο μπασίστας του συγκροτήματος.

    Από κει και πέρα, το «τσούλισμα» -μέσω συνεχόμενων φάσεων- της συζήτησης προς την αρχιτεκτονική ήταν (και είναι) συνήθως πολύ κοντινό, αλλά και διεισδυτικό. Καθώς και αυτή μπορεί να είναι «Spaghetti Western» ή γνήσια πρωτοποριακή δημιουργία, ως προς το σενάριο, τη δομή, την εικόνα, τη ροή, τον ρυθμό, τους πρωταγωνιστές της…

    Έτσι μιλάγαμε και μιλάμε τις περισσότερες φορές στο «μαγικό» του σπίτι. Και έτσι –δηλαδή, οικονομικά, έμμεσα και δια του παραδείγματος- χωρίς «περικοκλάδες»- ο Γιάννης αποκάλυπτε (και εξακολουθεί να αποκαλύπτει) στοιχεία και χαρακτηριστικά του κόσμου του και του εαυτού του :

    Είναι ένας κόσμος που –όπως είπα- έχει ρίζα στα Αμπέλια, και φτάνει μέχρι τα πιο μακρινά και δυσπρόσιτα μέρη της γης. Έτσι, ο διαρκής ταξιδευτής και εξερευνητής Κούκης έχει αποκτήσει (και έχει συνενώσει μέσα του) γνώση και εμπειρία από όλους αυτούς τους περίεργους διαφορετικούς τόπους :

    Για τον άνθρωπο όπου γης, για τον τρόπο που αυτός σκέπτεται και πράττει, για τις έντεχνες και λαϊκές μουσικές, το θέατρο και την αρχιτεκτονική του κόσμου, το φυσικό και αστικό περιβάλλον, ακόμη και για τις γεύσεις των φαγητών, για τα υλικά, τα κατασκευαστικά συστήματα, τα χρώματα (ιδιαιτέρως αυτά τα τελευταία).

    Γι’ αυτό ο Κούκης είναι –ταυτοχρόνως- φορέας του Αρχαϊκού Ελληνικού πνεύματος, του πνεύματος του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και του σύγχρονου Αμερικάνικου Διεθνισμού, αλλά και ενός πρωτογενούς, αρχέγονου πνεύματος από την Ινδία, το Νεπάλ, το Μάλι, την Υεμένη, την Νιγηρία.

    Αυτό το βιωματικό κεφάλαιο το φέρει μέσα του, αλλά και το δημοσιοποιεί με τον δικό του ιδιόμορφο λόγο, στο δικό του χρόνο και με το δικό του ρυθμό. Κατά προτίμηση συζητώντας με κοντινούς φίλους, αλλά και με ομάδες αγνώστων σε αυτόν ατόμων. Μάλιστα δεν είναι διαλεκτικός μόνο στον προφορικό του δημόσιο λόγο, αλλά και στον γραπτό, καθώς ο Κούκης είναι πολυγραφότατος : Με δικό του ύφος, τρόπο και θεματολογία, που διέπονται από το δίπολο της επιστημονικής γνώσης και της βιωματικής εμπειρίας του. Και έτσι επικοινωνεί με τον κόσμο τηρώντας την φυσικότητα, αλλά και τον κανόνα ενός γεννημένου στυλίστα.

    Γιατί πράγματι έχει «στυλ» και μάλιστα από κορυφής μέχρις ονύχων. Το στυλ ενός ήρεμου, χαλαρού, απροκατάληπτου ανθρώπου, που συνδυάζει μια φυσική –πνευματική και όχι ταξική- αρχοντιά με ένα γνήσιο λαϊκό –και όχι λαϊκίστικο- στοιχείο. Και –κυρίως- ξέρει να κρατά την ψυχραιμία του, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Αλλά προσέξτε! Δεν συγχωρεί να του σερβιριστεί το ούζο του με λάθος μεζέ, σε λάθος ποσότητα ή σε λάθος σειρά.


    IV. Αυτά, ως προς τον Γιάννη Κούκη, ως άνθρωπο, διανοούμενο, συζητητή, ταξιδευτή, στυλίστα. Ποιος όμως είναι ο αρχιτέκτονας Γιάννης Κούκης;


    Απαντώ: Μα αυτό κάνω τόση ώρα! Δηλαδή, με γενικευμένες θεωρήσεις και έμμεσο, μεταφορικό, υπαινικτικό, «κυκλωτικό» τρόπο (με τον οποίο τόσο πολύ του αρέσει πάντα να ομιλεί ο ίδιος) προσπαθώ να εξηγήσω το «γιατί και πώς» της αρχιτεκτονικής του και των σκέψεων που την στηρίζουν.

    Μια αρχιτεκτονική διαρκώς εν εξελίξει, ανθρώπινη, δομική, αλλά –ενίοτε- και με ένα ιδιόμορφο φαντασιακό στοιχείο που ξαφνιάζει.

    (Άλλωστε, είναι βέβαιο ότι άλλοι άξιοι συνάδελφοι θα κάνουν πολύ καλύτερα από εμένα συγκεκριμένες λεπτομερείς περιγραφές έργων και κειμένων του στον οδηγό αυτής της έκθεσης).

    Με αυτόν τον ιδιόμορφο τρόπο λοιπόν που σκέφτεται για την αρχιτεκτονική, όπως και με τον τρόπο που η σκέψη του επιδρά στο έργο του, έχω έρθει σε επαφή στα εξαιρετικά γραπτά του κείμενα, αλλά και –πιο άμεσα- στις καθημερινές συζητήσεις μαζί του. Συζητήσεις που αφορούν παρατηρήσεις και συμπεράσματα του σχετισμένα με ένα ευρύ φάσμα λαϊκών έως πρωτόγονων αρχιτεκτονικών από τα πέρατα του κόσμου, αλλά –περιέργως- πολύ λίγων από τον δικό μας τόπο.

    Επίσης όμως αφορούν και στην διεθνή ιστορική και σύγχρονη έντεχνη αρχιτεκτονική. (Εξαιρουμένης και πάλι της Ελληνικής έκφανσης της).

    Μάλιστα, σχετικά με τις δύο πρώτες, ο Κούκης αναφέρεται ονομαστικώς (κυρίως στα γραπτά κείμενα του) σε ένα ευρύτατο κύκλο σημαντικών αρχιτεκτόνων και διανοούμενων του διεθνούς πανθέου. (Κάτι που φαίνεται –επίσης περιέργως- να αποφεύγει να κάνει προκειμένου για Έλληνες αρχιτέκτονες, νεότατους, νεώτερους, ακόμη και για ιστορικές προσωπικότητες της σύγχρονης Ελληνικής αρχιτεκτονικής, από τον χώρο της εφαρμογής, της θεωρίας και της διδασκαλίας της).

    Ίσως τούτο να οφείλεται εν μέρει στο ότι δεν επιθυμεί να δεσμευθεί (θετικά ή αρνητικά) απέναντι στον «τρικυμιώδη» εντόπιο αρχιτεκτονικό χώρο.

    Είναι ένα από τα πολλά μυστηριώδη στοιχεία του τρόπου που σκέφτεται, τα οποία θέλει να κρατά για τον εαυτό του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αφορά ειδικά στην εντόπια αρχιτεκτονική. Ενώ, αντιθέτως, για άλλες –επίσης εντόπιες- δημιουργικές δράσεις και τέχνες (όπως είναι η ελληνική μουσική –ιδιαιτέρως η λαϊκή) οι αναφορές του είναι συνεχείς, διεισδυτικές και από καρδίας.

    Συνεκτιμώντας όλα αυτά, πιστεύω ότι ο Γιάννης Κούκης προτιμά να είναι ένας «αρχιτέκτονας και διανοούμενος του κόσμου».

    Κατά τα άλλα, θα έλεγα ότι και γενικά δεν επιθυμεί να δεσμεύεται, ακόμη και απέναντι στον εαυτό του, κατατάσσοντας τον οπουδήποτε. Όπως δεν επιθυμεί και να κατατάσσεται από άλλους κάπου. Αυτό είναι το «στυλ» του, όπως ήδη ανέφερα!

    Γι’ αυτό και ο ίδιος, δεν «κατηγοριοποιεί» και σπανίως «προσωποποιεί» οποιονδήποτε και οτιδήποτε. Και φυσικά, ποτέ δεν συμμετέχει στο γνωστό εντόπιο «άθλημα» της έστω και ευγενικά διατυπωμένης (αλλά σκόπιμης) αποδομικής «κριτικής» της αρχιτεκτονικής όποιου άλλου ή όποιας άλλης.

    Μάλιστα, έχω προ πολλού συνειδητοποιήσει το απίστευτο : Ότι στα 40 χρόνια γνωριμίας μας, παρότι έχουμε μιλήσει και ανταλλάξει σκέψεις και κρίσεις περίπου για όλα τα πεπραγμένα μας (γραπτά κείμενα, θεωρητικές παρουσιάσεις, εμπειρίες) σχεδόν ποτέ ο Γιάννης δεν έχει οδηγήσει την συζήτηση μας, τόσο στην αρχιτεκτονική του όσο και στη δική μου. Κάτι που φυσικά δεν επηρεάζει καθόλου την ισχυρή αλληλοεκτίμηση που έχουμε σε αυτό το πεδίο. (Ίσως μάλιστα, αυτός να είναι και ένας από τους πολλούς λόγους της ανέφελης συμπόρευσης μας. Οπότε, ας είμαστε και οι δύο ευχαριστημένοι που τα πράγματα είναι έτσι).

    Όλα όμως τα «γενικά και αφηρημένα» που προηγήθηκαν αλλάζουν όταν ο Γιάννης αναφέρεται με συγκεκριμένα παραδείγματα στον δάσκαλο του Egon Eiermann! Μια σημαντική διεθνούς κύρους προσωπικότητα της οποίας ο ανατρεπτικός, αντικομφορμιστικός τρόπος διδασκαλίας, αποτελεί γι’ αυτόν διαρκές σημείο αναφοράς και έμπνευσης.

    (Να προσθέσω εδώ ότι, για τον Eiermann μου έχει μιλήσει και ο δικός μου δάσκαλος Ιωάννης Δεσποτόπουλος, ο οποίος τον ενέτασσε στις σημαντικές μορφές των Γερμανών μοντερνιστών. Παρότι ο Κούκης δεν θυμάμαι να έχει αναφερθεί σε κάτι σχετικό κατά τις συζητήσεις μεταξύ μας).

    Γι’ αυτό και εγώ θα σεβαστώ τον δικό του οικονομικό, περιεκτικό, γενικό τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να αναλύει και να περιγράφει τα αρχιτεκτονικά φαινόμενα και τα πράγματα. Και με τον ίδιο τρόπο, θα επιχειρήσω στη συνέχεια να αναφερθώ στην σκέψη του για την αρχιτεκτονική. Ώστε εντέλει –περνώντας μέσω αυτής- να καταλήξω στο αρχιτεκτονικό του έργο.


    Συγκεκριμένα, θα συνεχίσω με τα παραδείγματα μόνο τριών γενικών (αλλά πολύ χαρακτηριστικών) αρχιτεκτονικών παρατηρήσεων και εκτιμήσεων του, που –πιστεύω- βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στο έργο του.

    α) Κατά τη διάρκεια μίας τέτοιας συζήτησης μας και συγκεκριμένα σε αναφορά με την πολύ μεγάλη αξία κάποιων απλών –και μικρών σε μέγεθος- δομικών (και όχι αισθητικών) στοιχείων ενός αρχιτεκτονήματος (τα οποία – γι’ αυτό τον λόγο- δεν «πιάνουν το μάτι») μου είπε την εξής προσωπική του παρατήρηση, την οποία καταγράφω φυσικά με δικά μου λόγια, όπως την θυμάμαι.

    «Σκέψου ότι όλη η τρομακτικά σύνθετη διαστασιολόγηση του Παρθενώνα υπακούει σε ένα μετρικό κανόνα (ένα είδος κανάβου) ο οποίος καθορίζει το μήκος και το πλάτος του ναού, καταρχήν ως πολλαπλάσια των αποστάσεων των κιόνων και επιστήλιων του. Τα οποία –εντέλει- είναι πολλαπλάσια των διαστάσεων μήκους και πλάτους ενός –συγκεκριμένου τύπου- κεραμιδιού για την κάλυψη της στέγης. Έτσι, αυτό το απλό, ταπεινό κεραμίδι, εκφράζει συμβολικά το ελάχιστο «μέτρο», που – επαναλαμβανόμενο- γεννά το «Μέγιστο», δηλαδή τη δομική συγκρότηση αυτού του αριστουργήματος στο σύνολο του».

    β) Σε μια –πιο «επίκαιρη» και επιστημονική από την προηγούμενη- κουβέντα μας, το θέμα αφορούσε το μεγάλο ενδιαφέρον του Γιάννη για την πολεοδομία και πιο ειδικά για την «αστική σύνθεση». Ανάγοντας λοιπόν (όπως πάντα) τη σκέψη του στο γενικό επίπεδο, έκανε την εξής εκτίμηση:

    Ότι, παρά τα πολλά «αρνητικά» που καταμαρτυρούνται στον Μεταμοντερνισμό από τους Μοντερνιστές, η αλήθεια είναι ότι η άποψη των πρώτων, όσον αφορά, είτε στις νέες παρεμβάσεις στην υφιστάμενη πόλη, είτε στην εξ’ αρχής δημιουργία μιας νέας πόλης, ήταν ορθότερες από εκείνες των δεύτερων.

    Ότι συγκεκριμένα, οι Μεταμοντέρνοι σέβονταν την ιστορική μνήμη και το –διαμορφωμένο μέσα στον χρόνο- «πνεύμα» της πόλης. Και έτσι οι παρεμβάσεις τους ήταν σταδιακές, ήπιες και σε συνάρτηση με την υφιστάμενη κατάσταση. Ενώ οι Μοντέρνοι «εισέβαλαν» στην πόλη ως ανατροπείς -εκσυγχρονιστές της και –γι’ αυτό- θεωρούσαν ότι το «παλαιό» ήταν εξωβελισταίο.

    Όσο για την περίπτωση της -εξαρχής σύνθεσης μιας νέας πόλης, η Μοντέρνα «τακτοποιητική» νοοτροπία οδηγούσε στην διάλυση της δομής της ως όλου. Καθώς την χώριζε σε ανεξάρτητες λειτουργικές ζώνες που συνήθως παρέμεναν «νεκρά» σχήματα.

    Αντιθέτως, οι –εκ φύσεως- «μπερδεμένοι» Μεταμοντέρνοι, πολύ ορθά επέλεγαν την ανάμιξη (αλλά με θετικό τρόπο) των λειτουργιών της πόλης. Προσπαθούσαν έτσι να διοχετεύσουν σταδιακά την ζωή μέσα στο σώμα της. Και έτσι εφάρμοζαν στο σχεδιασμό τους το φυσικό «μπέρδεμα» που χαρακτηρίζει τον συλλογικό ανθρώπινο βίο, ως αναγκαία ιδιότητα της πόλης. Να συμπληρώσω ότι, στο σοβαρό αυτό ζήτημα, ο Κούκης και εγώ (παρότι σταθερός στις μοντέρνες καταβολές μου) συμφωνούσαμε απολύτως. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι αυτή ήταν από τις ελάχιστες φορές που ο φίλος μου έχει αναφερθεί ονομαστικά – και όχι εμμέσως- στην αντίρροπη σχέση των δύο συγκεκριμένων αρχιτεκτονικών ρευμάτων.

    γ) Σε συνάρτηση με την παραπάνω παράγραφο, έχω την προσωπική αίσθηση ότι ο Κούκης αποδίδει στην πόλη, πέρα από την λειτουργικότητα και την αισθητική αξία της και μια ιδιόμορφη ιερότητα. Που -φυσικά- καμία σχέση δεν έχει με οιεσδήποτε «θεοκρατικές» εμμονές. Αυτή μου η αίσθηση ενισχύθηκε από τις επαναλαμβανόμενες αναφορές του σε ένα μεγάλο μοναχικό αρχέγονο δέντρο που υπήρχε λίγο έξω από την πόλη του Μάλι.

    Είχε παρατηρήσει λοιπόν ότι οι κάτοικοι έδειχναν προς το συγκεκριμένο δέντρο, μεγάλο σεβασμό, καθώς το θεωρούσαν σύμβολο της πόλης τους. Όπως θα μπορούσε να είναι ένας ιερός αρχιτεκτονικός χώρος της. Ειδικά στην περίπτωση του Μάλι, ο Γιάννης θεωρούσε ότι ο συμβολισμός του αρχεγόνου δέντρου (όπου συγκεντρώνονταν ειδικά οι πρεσβύτεροι της κοινότητας) αναφερόταν στην ιερότητα του κύκλου της ζωής.

    Επαναλαμβάνω τέλος, ότι οι προηγούμενες –έλλογες ή μεταφυσικές- αναφορές αυτού του κειμένου μου (σε ανθρώπους, τόπους, σπίτια, χωράφια, χρώματα, καθώς και σε φαινόμενα πρόσκαιρα ή αρχέτυπα, ορθολογικά ή μεταφυσικά -ακόμη και μαγικά) έχουν ένα κοινό στόχο: Να λειτουργήσουν ως «κλειδιά» για να καταλάβει κανείς, με ένα βιωματικό τρόπο, τον Γιάννη Κούκη, καθώς και την σκέψη του και την αρχιτεκτονική του.

    Δηλαδή να καταλάβει το «όλον» ενός όχι εύκολου ή συνηθισμένου ανθρώπου. Κάτι που -νομίζω- είναι εκ των πραγμάτων δύσκολο. Όπως άλλωστε ήταν δύσκολη και η δική μου προσπάθεια να το κάνω.

    Μετά από τόσα χρόνια συνεχούς συμπόρευσης και φιλίας θεωρώ ευτύχημα για τον Γιάννη, αλλά και για εμένα, το ότι διαφέρουμε αρκετά μεταξύ μας. Προσοχή όμως. Είναι επίσης ευτύχημα ότι αυτές οι διαφορές δεν ανατρέπουν, αντιθέτως επιβεβαιώνουν ένα βασικό –πρωτογενές- πλαίσιο αξιών και αρχών για την ζωή και την αρχιτεκτονική, που –πιστεύω- μας ενώνουν και δυναμώνουν την αλληλοεκτίμηση μας καθώς περνά ο χρόνος.

    Ας συνοψίσω λοιπόν τη γνώμη μου ειδικά για το αρχιτεκτονικό του έργο, θεωρημένο ως «όλο», καταθέτοντας μια και μόνη συγκεκριμένη καταληκτική, (αλλά και καθοριστική) βιωματική εμπειρία μου από αυτό. Συνέβη μάλιστα στην αρχή της γνωριμίας μας, καθώς πήγαινα με το αυτοκίνητο μου για μια βόλτα στην ευρύτερη περιοχή του Μύτικα. Σε κάποιο σημείο τις περιπλάνησης μου πέρασα ξαφνικά δίπλα από μία απροσδόκητη «φωτεινή κηλίδα» κόκκινου χρώματος, που στη συνέχεια χάθηκε εν ριπή οφθαλμού. Είχα προλάβει όμως να καταλάβω ότι ήταν η βαμμένη επιφάνεια του τοίχου, ενός περίεργου σπιτιού. Σταμάτησα απότομα, επέστρεψα πίσω και βρέθηκα για πρώτη φορά μπροστά σε ένα χτισμένο νεανικό έργο των Κούκη- Αλτσιτζόγλου.

    Ε, λοιπόν. Θυμάμαι πάντα το κόκκινο χρώμα αυτού του σπιτιού. Όπως και το καθαρό, γωνιώδες, αιχμηρό σχήμα του. Λες και ήταν το εναπομένον τμήμα ενός μεγαλύτερου, επίσης καθαρού -αλλά νοητού- περιβάλλοντος σχήματος, από το οποίο είχε αποκοπεί με γρήγορες αποφασιστικές μαχαιριές ενός έμπειρου χεριού: χράπ – χράπ – χράπ! Ήταν μια χορταστική εμπειρία που έχει γράψει στο μυαλό μου.

    Όπως δεν ξεχνώ την πρώτη φορά που, σε νηπιακή ηλικία, έφαγα μια δροσερή, γευστική, κατακόκκινη φέτα καρπούζι, που (με γρήγορες, αποφασιστικές, ακριβείς κινήσεις ενός μαχαιριού, εν είδει «γεωμετρικής άσκησης») είχε κόψει σε τριγωνικά κομμάτια η μητέρα μου : χράπ –χράπ –χράπ.

    Να λοιπόν που τέτοιες πρώτες γεύσεις (και νεανικές αρχιτεκτονικές) δεν ξεχνιούνται. Και αυτό αρκεί για να δείξει την αξία τους…


    Επιμύθιο.


    Κάθε φορά που επιστρέφω από τον «κόσμο του Κούκη» στην Αθήνα, οδηγώντας (ως συνήθως) με ταχύτητα το αυτοκίνητο στην Εθνική Οδό, μου συμβαίνει -σχεδόν πάντα- η ίδια περίεργη «μεταστροφή». Και μάλιστα, ακριβώς τη στιγμή που προσπερνώ το Καπανδρίτι.

    Μοιάζει με συγκεκριμένη σκηνή μιας γνωστής ταινίας με πρωταγωνιστή τον –ασυμμάζευτο- Tom Cruise.
    Υποτίθεται ότι οδηγεί ένα τρομερό μαχητικό «Phantom», πετώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα 2 mach, στα 50.000 πόδια. Ένα υψόμετρο από το οποίο ο κόσμος φαίνεται απόμακρος, ήρεμος, καθολικός, γενικός και ενιαίος.

    Ξαφνικά λοιπόν έρχεται «κόκκινη» εντολή από το «ground control» για αλλαγή πορείας. Και ιδού: Ο αθεόφοβος «κατακρημνίζει» (ακαριαία, σε χρόνο dt) το αεροσκάφος στα 40 πόδια πάνω από τη γη(!) συνεχίζοντας με την ίδια ταχύτητα την τρελή πτήση προς τον στόχο.

    Τώρα η «θέα» είναι πια ενός άλλου κόσμου. Μέσα στις λάμψεις των αντιαεροπορικών βολών διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού και σε απόσταση αναπνοής, το χώμα, τα βράχια, τα ρέματα, τα σπίτια, καθώς και οι «θύτες και τα θύματα της μάχης».

    Φαίνονται μάλιστα με συγκεκριμένες λεπτομέρειες, με το «όνομα τους», προκαλώντας τον τρόμο.

    Τηρουμένων των αναλογιών και με ανάλογο τρόπο, «ξαναβουτάω» τώρα και εγώ πάλι στο άλλο μισό του δικού μου κόσμου.
    Αυτή η συνεχής «αλλαγή πτήσης», από τα ψηλά (και αφηρημένα) στα χαμηλά (και συγκεκριμένα) όπως και η αντιστροφή της, είναι μια άλλη ιστορία ασπρόμαυρης μαγείας, που –όμως- είναι επίσης στην φύση μου να βιώνω συνεχώς…


    Τάσος Μπίρης
    Αρχιτέκτων,
    Ομότιμος Καθηγητής Σχολής
    Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π


    (25/10/2016)


    Το κείμενο περιλαμβάνεται στην επικείμενη έκθεση του έργου του αρχιτέκτονα Γιάννη Κούκη (διοργάνωση Ε.Ι.Α. στο Μουσείο Μπενάκη). Και γι’ αυτό δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί.