Ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί και η αρχιτεκτονική έκφανση της κοινωνικό-οικονομικής αρχιτεκτονικής φούσκας που έφερε την κρίση

20.


Ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί και η αρχιτεκτονική έκφανση της κοινωνικό-οικονομικής αρχιτεκτονικής φούσκας που έφερε την κρίση


(Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή, εφημερίδα “Η Αυγή”, 9/11/2008)


Ανήκετε σε μια γενιά – την τελευταία ίσως; – που έμαθε να αμφισβητεί, να αντιστέκεται, να υπερασπίζεται πνευματικές αξίες. Θεωρείτε ότι αυτές οι αξίες συνεχίζουν να επηρεάζουν το συλλογικό σώμα της σύγχρονης κοινωνίας;


Ευτυχώς δεν νομίζω ότι υπάρχουν ακόμα “τελευταίες γενιές” σε σχέση με τέτοια σημαντικά, διαχρονικής αξίας, ζητήματα. Δεν νομίζω επίσης ότι η δυναμική της αμφισβήτησης ή της υπεράσπισης πνευματικών αξιών είναι καθολικό χαρακτηριστικό οποιασδήποτε ειδικής γενιάς. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με την αντίθετη ροπή, δηλαδή προς το συμβιβασμό, την αδιαφορία, τον προσωπικό υλιστικό ωφελιμισμό.

Μάλιστα, οι δυο αυτές αντιδιαμετρικές τάσεις συλλειτουργούν συνεχώς ως αντίρροπη συζυγία που διαπερνά διαρκώς το σύνολο των γενεών σε κάθε χώρο, σε κάθε χρονική περίοδο. Άσε που και η θέση καθενός σ’ αυτό το ζεύγος αντιθέτων αλλάζει συχνά μέσα στο χρόνο.

Εξάλλου, μην ξεχνάς ότι, ειδικά η ηλικιακά ώριμη γενιά, που τώρα ανησυχεί περισσότερο μήπως η σημερινή νεότητα εγκλωβίζεται σε σχήματα αποστασιοποιημένου ατομισμού, είναι η γενιά των πενηντάρηδων και εξηντάρηδων, του Woodstock και του Μάη ’68, δηλαδή περίπου η δική μας γενιά. Είναι εκείνη που βρίσκεται πια από καιρό στα πράγματα, στην εξουσία, υπεύθυνη σε πολύ μεγάλο βαθμό για τον ταραγμένο κόσμο στον οποίο καλείται η νεότητα να ζήσει και να δημιουργήσει.

Παρακολουθώντας λοιπόν για χρόνια στην αίθουσα διδασκαλίας και στο σχεδιαστήριο της Σχολής Αρχιτεκτόνων, αλλά και εκτός αυτών, τις νεότερες γενιές που τόσο μας ανησυχούν (αλλά είναι και εκείνες που κυρίως θα σημαδέψουν το μέλλον μας) βλέπω και σήμερα ό,τι έβλεπα πάντα: Πίσω από την πρώτη εντύπωση, κάτω από το εξομοιωτικό επιφαινόμενο που επιβάλλουν οι τρέχουσες τάσεις του συρμού, οι νέες γενιές έχουν τις ποιότητες, τις ποικιλομορφίες, τις ικανότητες και τις ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο. Υπάρχουν φυσικά – όπως πάντα υπήρχαν – και κάθε είδους στρεβλώσεις. Δεν πρέπει λοιπόν να γενικεύουμε, ταυτίζοντας ανόμοια πράγματα. Εάν σήμερα παρουσιάζεται πονηρά προς τα έξω, ως τάχα καθολική, η ομογενοποιημένη εικόνα μόνο ενός ειδικού μέρους νεότητας, με τη μορφή του γνωστού στιλπνού α-πολιτικού, υπάκουου έτοιμου για όλα, Γιάπη, τούτο και πάλι οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη δική μας παλαιότερη γενιά. Γιατί αυτή κυρίως κατέχει και χειρίζεται προς ίδιον όφελος τους μηχανισμούς που παράγουν και υπέρ-προβάλλουν ως πανάκεια αυτό το συγκεκριμένο πρότυπο που την βολεύει (για να παραπλανά και να χειραγωγεί ακόμα και τους νέους που αντιστέκονται στο κάλεσμα και στις προδιαγραφές του συστήματος).

Όμως αυτοί οι τελευταίοι υπάρχουν και επιμένουν. Και είναι -πιστεύω- και οι περισσότεροι. Επομένως επιβιώνει μαζί μ’ αυτούς και η ελπίδα.

Να υποθέσω ότι τα «σκαμπανεβάσματα της ιστορίας» και ο ζόφος των καιρών αφήνουν κάποια ελπιδοφόρα ξέφωτα ;

Τα “σκαμπανεβάσματα της ιστορίας” που ανέφερες, συχνά γεννούν τη δυναμική που μπορεί να κάνει αυτή την ελπίδα πραγματικότητα. Άλλωστε, σήμερα ήδη βιώνουμε ένα τέτοιο άγριο σκαμπανέβασμα.

Εννοείτε τη χρηματοπιστωτική κρίση ;

Ναι, αναφέρομαι στη χρηματοπιστωτική φούσκα. Εδώ μάλιστα, την ανατροπή των “βεβαιοτήτων” του “παγκόσμιου υλιστικού εκσυγχρονισμού” (που σε μεγάλο βαθμό φέρει την ευθύνη της) δεν την προκαλούν οι νέοι, οι μαχόμενοι διανοούμενοι, οι ευαισθητοποιημένοι. Την προκαλεί, μόνο άθελά του, και το ίδιο το σύστημα αυτό από μόνο του, γιατί ξεπέρασε προκλητικά, με την οίηση της παντοδυναμίας του, τις ίδιες τις αντοχές του.

Γι’ αυτό μου έρχεται τελευταία συνεχώς στο νου μια παλιά σατυρική παραλλαγή του γνωστού comic με τα κατορθώματα του Superman. Κάποια στιγμή μια απρόσεχτη μπουνιά του υπερήρωα καταλήγει από λάθος του στο ίδιο του το πηγούνι και τον ξαπλώνει αναίσθητο και ανήμπορο στα χέρια των εχθρών, καθώς μόνο αυτός έχει τη δύναμη να ξεκάνει τον εαυτό του!

Αλλά ας φέρω το ζήτημα και στο αντικείμενό μου, την αρχιτεκτονική. Τόσο καιρό παρακολουθώ το υπερπροβαλλόμενο διεθνές jet-set των μεγάλο-αρχιτεκτόνων της μόδας (αγαπημένων “άτακτων παιδιών” του παγκόσμιου υλιστικού εκσυγχρονισμού που προανέφερα), να μετατρέπουν χωρίς αντίσταση ή αντίλογο την αρχιτεκτονική, από σύνθετη κοινωνική, επιστημονική και καλλιτεχνική ανθρωποκεντρική δημιουργία, σε χονδροειδή ανταγωνιστικό πρωταθλητισμό στείρας, θεαματικής (και κυρίως πανάκριβης) μορφοπλασίας.

Να που ήρθε πια η ώρα να αποκαλυφθεί και η αρχιτεκτονική έκφανση της οικονομικής φούσκας που μας απειλεί (όπως συχνά έχω γράψει). Να δω τώρα αν θα εξακολουθήσουν να διδάσκονται και να χτίζονται τόσο συχνά και αστόχαστα αυτά τα τερατώδη, χωρίς συγκεκριμένο χρηστικό προορισμό, κτίρια, που προβάλλουν αποκλειστικά τον εαυτό τους σε βάρος των κοινωνιών που πληρώνουν το ασύδοτο κόστος τους. Βλέπεις, η ανάταξη των λαθών μας πολλές φορές συντελείται όπως και όταν δεν το περιμέναμε.

Μέσα σ’ όλα αυτά ποιον ενδιαφέρει πραγματικά το θαύμα και το δράμα που κατοικούσαν αρμονικά στο αρχιτεκτονικό “ δοχείο ζωής” όπως φαντάστηκε την οικία ο μακαρίτης Άρης Κωνσταντινίδης ;

Για την αρμονική (και γόνιμη) διαδοχή του «θαύματος» και του «δράματος» του ανθρώπινου βίου μέσα στον κατοικήσιμο χώρο, έχω να προσθέσω τούτο μόνο:

Όλοι, θέλουμε δεν θέλουμε, τη βιώνουμε κάποια στιγμή, και μάλιστα προσωπικά. Η διαρκής εναλλαγή της ζωής με το θάνατο είναι το πιο συλλογικό, το πιο δημοκρατικό, το πιο αναπόφευκτο γενεσιουργό φαινόμενο. Δεν χρειάζονται λοιπόν διακηρύξεις, δηλώσεις διατάγματα, για να το συνειδητοποιήσουμε. Και ας παρουσιαζόμαστε τώρα τελευταία τόσο βέβαιοι, τόσο παντοδύναμοι και αιώνιοι, τόσο ανέγγιχτοι από αυτό, λουσμένοι στο εκτυφλωτικό φως των παραθύρων της τηλεόρασης.

Αυτή η προκατασκευασμένη και απατηλή επιθετική (αλλά στην πραγματικότητα α-νόητη) χαρά μας, έχει κάτι από την αρχαία “ύβρι” και πληρώνεται κάποια στιγμή ακριβά. Αντιθέτως, η εξοικείωση χωρίς φόβο με την αναπόφευκτη αλήθεια βελτιώνει τις σκέψεις, τις πράξεις, τα έργα μας. Τους δίνει το “μέτρο” και την πνευματικότητα που σήμερα τόσο πολύ και τόσο συχνά χάνουμε.

T.M.